( life is wonderful )

ΚΑΡΤ ΠΟΣΤΑΛ

Ήτανε χρόνια πριν. Δεν θυμάμαι πόσα ακριβώς. Ήταν όμως η εποχή που έκανα συλλογή από ατάκες, τις έγραφα σε ένα σημειωματάριο, τις υπογράμμιζα κιόλας με χρωματιστούς μαρκαδόρους. Και όταν ήθελα τροφή άνοιγα το σημειωματάριο λες και ήτανε ένα «ψυγείο» ειδικό για τροφές του μυαλού. Μια συνήθεια χρόνων από την οποία δεν έχω ακόμη απαλλαγεί, ούτε και είμαι σίγουρη αν θέλω να απαλλαγώ. Ήταν εκείνη η εποχή λοιπόν, όπου είχα μανία και με τους Έλληνες συγγραφείς, διάβαζα Ξανθούλη, Σώτη, διάβαζα Αλεξάκη, Ζατέλλη, και έκλεβα τις ατάκες τους με απόλυτη δεξιοτεχνία. Και ύστερα μετέτρεπα αυτές τις ατάκες σε ερωτήματα, τις διατύπωνα πότε-πότε σε κείνους που κάθονταν απέναντι μου στην θέση του συνεντευξιαζόμενου και άλλες φορές τις φύλαγα στο συρτάρι μέχρι να βρούνε την θέση τους σε κάποιο από τα μελλοντικά γραφτά  ή ερωτηματικά μου. Ήταν και η εποχή, όπου είχα μια βεβαιότητα πως η θλίψη και η μοναξιά συνορεύει με την δημιουργία, πως δηλαδή κάτι μέσα σου σκοτεινό πρέπει να υπάρχει για να ενεργοποιηθούν τα δημιουργικά σου κύτταρα, κάτι που να σε καίει, μια υπόγεια μελαγχολία, την φοβόμουνα αλλά ταυτόχρονα ένιωθα πως είχα χρέος να την ποτίζω έτσι ώστε να μεγαλώνει ο κήπος που φύτρωνε στην φαντασία μου και με παρέδιδε σε κόσμους λίγο πιο πάνω, λίγο πιο έξω, λίγο πιο πλαι από τους πραγματικούς.  ΄

Ήταν λοιπόν σε κείνη την εποχή όπου διάβασα μια ατάκα του Βασίλη Αλεξάκη,  η οποία ένιωσα πως ήρθε σαν επιβεβαίωση. Μια ατάκα που έλεγε πως… «οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν γράφουν μυθιστορήματα. Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι στέλνουν κάρτ-ποστάλ». Είχα, θυμάμαι, ενθουσιαστεί με την φράση του γιατί την βρήκα ευφάνταστη, την ίδια ώρα, όμως, με είχε τρομάξει.  Γιατί  όταν κάποιος, ο οποίος έχει περάσει σχεδόν μια ζωή μέσα στα χαρτιά και στα μελάνια καταλήγει σε αυτή την διαπίστωση, λες δεν μπορεί, κάτι περισσότερο θα ξέρει και αυτό το κάτι σου μεταφέρεται σαν μια πρόωρη καταδίκη:  Πως η ευτυχία δεν τροφοδοτεί την φαντασία και το ταλέντο σου αλλά τα απενεργοποιεί, τα βάζει σε δεύτερη μοίρα, τα υποβιβάζει στις προτεραιότητες σου και αναιρεί την ελπίδα ότι μπορεί να χωρέσει το όποιο ταλέντο σε μια ισορροπημένη καθημερινότητα. Έγραψα την ατάκα του στο σημειωματάριο και στα χρόνια την είχα μετατρέψει πολλές φορές σε ένα ερώτημα, με την αγωνία κάποιος άλλος δημιουργός, από αυτούς που συναντούσα στα πλαίσια της δημοσιογραφικής μου πορείας, να είχε ένα αλλιώτικο συμπέρασμα να μου προτείνει, το οποίο θα με απάλλασσε από την «καταδίκη» του κ. Αλεξάκη.  Παράλληλα, μέχρι αυτό να συμβεί, άρχισα να συλλέγω παλιές καρτ ποστάλ. Τις έβρισκα σε μικρές καφετέριες που εντόπιζα στα ταξίδια μου, στις πλατείες των ευρωπαικών πόλεων, στα περίπτερα στους υπόγειους σταθμούς των τρένων, στα καταστήματα για σουβενίρ, όπου κι’αν ήμουνα άρπαζα και μια κάρτ ποστάλ, λες και μέσα μου έλπιζα πως αυτές θα αποτελούσαν κάποτε την απόδειξη ότι βρήκα το δρόμο που οδηγεί στην ευτυχία, έστω και αν αυτός ο δρόμος ήταν στενός για να χωρέσει τις όποιες δημιουργικές μου ανησυχίες.  

Πέρασαν τα χρόνια λοιπόν. Μέσα σε ταξίδια, σε κάρτ ποστάλ και σε κλεμμένες ατάκες. Μόνο που στην πορεία συνέβηκαν κι’ άλλα διάφορα. Τα οποία με άλλαξαν και μου χάρισαν μια καινούργια οπτική γωνία. Με μετακίνησαν, με μετατόπισαν και με παρακίνησαν να κοιτάξω τα ίδια αλλιώς λες και τα έβλεπα για πρώτη φορά με ένα βλέμμα απαλλαγμένο από τα γκρίζα σύννεφα της υπόγειας μελαγχολίας, αλλά με όλα τα χρώματα του ουρανού και της θάλασσας μαζί, μ’ αυτό τον τρόπο τα κοίταξα και κάπως έτσι άρχισαν να υποψιάζομαι πως η θλίψη δεν συνορεύει κατανάγκην με την δημιουργικότητα και η μελαγχολία δεν είναι το πιο καθαρό νερό με το οποίο μπορεί να ποτίσει κανείς το κήπο των καλλιτεχνικών του ανησυχιών. Ίσως μάλλον να λειτουργεί εγκλωβιστικά αυτή η πεποίθηση η οποία υπαγορεΎει πως μόνο κάτι που σε πονά αφυπνίζει τις ευαισθησίες και τις αισθήσεις σου ή ίσως να αποτελεί και ένα άλλοθι για να παραμείνει κανείς αφημένος στο σκοτάδι του και στην φοβία που έχει να ανάψει επιτέλους το φανάρι που θα του φωτίσει το επόμενο του βήμα.  

Λίγες μερες πριν, σε ένα πρωινό όπου περιπλανιόμουνα στο διαδίκτυο, έπεσα τυχαία σε μια πρόσφατη συνέντευξη του κ. Αλεξάκη. Κοίτα να δεις σύμπτωση, σκέφτηκα, που έρχονται ξανά οι φράσεις του να με συναντήσουν, λες και κάποιος θέλει να δοκιμάσει την  μετατόπιση και μετακίνηση μου από κείνο που κάποτε είχα καταχωρημένο σαν βεβαιότητα. «Χθεσινή μου βεβαιότητα, σημερινή μου ανία», έλεγε κάποτε η Μαλβίνα, τότε δεν καταλάβαινα το νόημα, μα πρέπει να περπατήσεις πάνω σε πολλές μικρές και μεγάλες λεωφόρους για να κατανοήσεις σε ποιο πάτωμα γεννιέται ή πεθαίνει η κάθε λέξη…Άρχισα να διαβάζω με τεράστια περιέργεια την συνέντευξη του Βασίλη Αλεξάκη, σχεδόν την ρουφούσα μέχρι που έφτασα στο καίριο σημείο. Εκείνο με τις κάρτ ποστάλ… «Πιστεύω ότι η λογοτεχνία έχει άμεση σχέση με το θάνατο» λέει ο Αλεξάκης. «Δεν είμαι βέβαιος για το αν θα γράφαμε, σε περίπτωση που δεν πεθαίναμε ή που δεν νύχτωνε ποτέ. Πιστεύω ότι η λογοτεχνία έχει άμεση σχέση με την νύχτα, με το σκοτάδι. Τη νύχτα χρειαζόμαστε τη λογοτεχνία. Η λογοτεχνία είναι ένα είδος εξορκισμού του θανάτου, του σκοταδιού. Δεν νομίζω πως οι ευτυχισμένοι άνθρωποι γράφουν μυθιστορήματα. Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι στέλνουν κάρτ ποστάλ». Έτσι καταλήγει. Με αυτή την ίδια φράση που είχε πει και τότε. Πως οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν γράφουν μυθιστορήματα, γράφουν κάρτ ποστάλ…

Και νάμαι πάλι λοιπόν μπροστά στην ίδια ατάκα. Εκείνη που κάποτε την είχα υπογραμμίσει με χρωματιστό μαρκαδόρο και ύστερα την μετέτρεψα σε ένα ερώτημα που με παίδεψε για χρόνια. Μόνο που τώρα αισθάνομαι πως ήρθε η στιγμή να σβήσω το ερωτηματικό που της πρόσθεσα και να την φυλάξω σαν κάτι πολύτιμο μεν, αλλά παλιό, όπως ένα ρούχο που αγαπάς πολύ αλλά σου εχει πια στενέψει και δεν αφήνει τον αέρα να περάσει μέσα από τα μανίκια του. Κάπως έτσι την ένιωσα αυτή την φορά. Σαν ρούχο στενό. Γιατί στην πορεία, στα ταξίδια και στα χρόνια, αισθάνθηκα πως η ευτυχία δεν είναι κάτι ξέχωρο με την δημιουργία, δεν είναι στην απέναντι μεριά από το ταλέντο…Είναι εκεί στο πλάι του και το τροφοδοτεί και το μεγαλώνει. Το οδηγεί στις υπερβάσεις που εκείνο εμπεριέχει και το διευκολύνει να επιτελέσει το προορισμό του, σαν ένα ακόμα μοίρασμα. Και όταν λέω ευτυχία δεν εννοώ την αμερικάνικη στερεότυπη εικόνα που μας σερβίρουν οι σινεμάδες και παραπλανούν έτσι τις προσδοκίες μας. Εννοώ την εσωτερική ηρεμία που σε κάνει να εμπιστεύεσαι, ακόμα και στα δύσκολα, την ζωή. Αυτή η ευτυχία λοιπόν είναι που σε κάνει τελικά να συνειδητοποιείς πως το ταλέντο δεν είναι κάτι που σου ανήκει, αλλά κάτι που σου εχει δοθεί, κάτι το οποίο οφείλεις να ανακαλύψεις, να υποστηρίξεις και κυρίως να μοιραστείς για να αμβλύνεις, έτσι, το βλέμμα σου και να κοιτάξεις λίγο πιο πάνω, λίγο πιο εξω, λίγο πιο πέρα από τα τετραγωνικά του «εγώ» σου.