( life is wonderful )

ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΟΝ ΤΑΜΕΣΗ

«Σκέφτηκα πως θα σου άρεσε μια βόλτα με το ποταμόπλοιο στο Τάμεση» μου είπες και μου το είπες την ώρα που διέσχιζες ήδη μια από τις γέφυρες του. Μπορούσα να ακούσω τον αέρα να φυσάει όσο μου μιλούσες και ένιωθα το κρύο να μου παγώνει την μύτη, θα πήγαινες την επομένη, είπες, στην υπαίθρια αγορά μήπως εκεί έβρισκες ένα καπέλο που να ζεσταίνει και νάναι και φτηνό. «Θα με πας και μένα στις υπαίθριες αγορές» σε πρόσταξα και συ γέλασες γιατί ήξερες πόσο μ’αρέσει να χάνομαι σε δαύτες. Μου υποσχέθηκες πως θα με πας και ύστερα μου είπες πως εσύ θα φεύγεις το πρωί και θα γυρνάς το βράδι, το βράδι θα τρώμε κινέζικα, αυτό κάνεις εδώ και μέρες, έχει γεμίσει το σαλόνι σου με άδεια κουτιά από το κινέζικο της γειτονιάς σου. «Δεν είναι και το πιο καθαρό σπίτι», με προειδοποίησες και ύστερα μου είπες πως εγώ θα κοιμάμαι στο μεγάλο δωμάτιο, που έχει και μπαλκόνι, και συ σε ένα πιο μικρό.

«Θα μαγειρεύω τα βράδια» σου είπα και γέλασες πολύ δυνατά, δεν είχες καμία εμπιστοσύνη στις μαγειρικές μου ικανότητες και είχες απόλυτο δίκαιο, τόξερα πως θάτανε δύσκολο να σε πείσω να δείξεις εμπιστοσύνη, «γι’αυτό έρχομαι εκεί άλλωστε», στο θύμισα, «γιατί είναι και πάλι η εποχή να εκπλήξω τον εαυτό μου». Αυτό ήθελα. Να με εκπλήξω. Να τσιγαρίσω, δηλαδή, λιγάκι το μυαλό μου με άγνωστα μπαχαρικά και να ανακατέψω ξανά τα υλικά μου, ρίχνοντας μέσα ξένες μυρωδιές. «Είμαι τόσο περίεργη», σου είπα και συ δεν αντέδρασες, προφανώς δεν κατάλαβες τί εννοούσα, μα εκείνο που εννούσα ήταν πως νιώθω την ίδια αγωνία, την ίδια εκείνη αγωνία που με πιάνει κάθε φορά που ξέρω πως είναι η στιγμή να νικήσει η επιθυμία μου ένα φόβο μου ακόμα. «Είμαι περίεργη», σου είπα, «που θα με βγάλει αυτό το καινούργιο κονταροχτύπημα τους κι’αν θα καταφέρω να κυλήσω ξανά στο ρυθμό του ποταμού».

«Δεν σε πειράζει που θάχει κρύο και που δεν θα βλέπεις ήλιο;», με ρώτησες, είχες ήδη διασχίσει την γέφυρα και περπατούσες τώρα προς τον υπόγειο σταθμό. Ο αέρας είχε ηρεμήσει και ο ποταμός σου έμοιαζε ακόμα πιο υπέροχος όσο τον κοιτούσες από μακριά. «Σε λίγο ίσως κλείσει η γραμμή» μου είπες, «μπορεί να μην έχω σήμα», διευκρίνισες και συνειδητοποιήσα πόσο είχα πεθυμήσει τους υπόγειους σταθμούς με τις ατέλειωτες ηλεκτρικές τους σκάλες και τις υπόγειες διαδρομές των τυχαίων συναντήσεων. «Δεν σε πειράζει;» ρώτησες ξανά και γω βιάστηκα να σου απαντήσω, πριν χάσεις σήμα, πως καθόλου δεν με πειράζει που δεν θα βλέπω ήλιο, αυτό θέλω, σου είπα, να παρατηρώ τα πρόσωπα χωρίς να τα φωτίζει ο ήλιος και να βλέπω πως γράφουνε οι σκιές απάνω τους χωρίς την αντανάκλαση. Δεν έκανες κανένα σχόλιο, «θέλω να μείνεις όσο θες», είπες και πως να μην ξεχάσω να σου στείλω όλες τις λεπτομέρειες της πτήσης μου για νάσαι εκεί στην ώρα σου. «Να βάλεις το εμβόλιο στο σκυλί και να του αγοράσεις μια κουβέρτα» συμπλήρωσες με ύφος επιτακτικό για να το σημειώσω στα επείγοντα.

«Να μην ανησυχείς» σου είπα, «να μην ανησυχείς για τίποτα. Έχω βάλει το εμβόλιο στο σκυλί και του πήρα και κουβέρτα. Είμαι έτοιμη. Είμαι έτοιμη να γυρνάω ξανά σε μια άγνωστη πόλη, με ένα μαύρο, αυτή την φορά, σημειωματάριο που να ταιριάζει στον γκρίζο ουρανό της, και εκεί μέσα, στο μαύρο σημειωματάριο, να γράφω μικρές ιστορίες θανάτου». «Μικρές ιστορίες θανάτου;», απόρησες και έχασες σήμα, έτσι δεν πρόλαβα να σου εξηγήσω πως έχω πια την σοβαρή υποψία πως σε κείνες είναι τελικά που πάει και κρύβεται η ζωή...