( life is wonderful )

Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΠΟΛΥΘΡΟΝΑ

Kάθεται σε μια κόκκινη πολυθρόνα. Στην ίδια κόκκινη πολυθρόνα. Κάθε μέρα. Από το πρωί μέχρι το βράδυ. Κάποιες μέρες η κοπέλα την ντύνει με ένα μαυρόασπρο ριχτάρι, γεμάτο με τα σχήματα του γιν και γιαν, το οποίο ωστόσο δεν είναι αρκετά μεγάλο για να την καλύψει ολόκληρη. Έτσι τα χέρια της μένουν ακάλυπτα στο ίδιο κόκκινο χρώμα. Με ένα ξεθωριασμένο στρογγυλό σημάδι, εκεί όπου ακουμπάει ο αγκώνας του. Κι’άλλο ένα στο πίσω μέρος, εκεί όπου ακουμπάει το κεφάλι του. Δεν ξέρω πόσο συχνά σηκώνεται από αυτή την κόκκινη πολυθρόνα. Υποθέτω ότι σηκώνεται για να κατουρήσει στον νιπτήρα, εκεί κατουράει πια, δεν ξέρω να το εξηγήσω, κάνω ωστόσο μια εικασία, πως όταν βρίσκεσαι σ’αυτή την ηλικία, οι κανόνες δεν έχουν πια καμία χρησιμότητα. Ούτε για να κρατήσεις τα προσχήματα. Δεν υπάρχουν προσχήματα. Υπάρχει μια μασέλα σε ένα πλαστικό δοχείο και ένα άλλο πιο μεγάλο δοχείο δίπλα του για να φτύνει. Υπάρχουν και ένα σωρό χάπια πεταμένα στο πάγκο της κουζίνας που δεν ξέρει καν γιατί τα παίρνει. Και υπάρχει και ένα βλέμμα, το οποίο δεν μπορείς να προσδιορίσεις πού ακριβώς εστιάζει. Μοιάζει να κοιτάει στο κενό, προφανώς σ’αυτή την ηλικία το κενό πάυει να είναι μια αόριστη έννοια και γίνεται κάτι ορατό. Ορατού δια γυμνού οφθαλμού κι’ας έχει κάνει και στα δύο του μάτια εγχείρηση καταρράκτη. Ο γιατρός είπε ότι η όραση του μειώθηκε ανεπανόρθωτα. Είμαι σίγουρη ωστόσο πως βλέπει πολύ καλύτερα εκείνο το οποίο οι υπόλοιποι δεν θέλουμε καν να παραδεχτούμε πως υπάρχει: Το τέλος.
Οι κινήσεις του μέσα στην μέρα έχουνε μια τρομαχτική επαναληπτικότητα. Ακόμα και όταν δεν κινείται. Υποθέτω πως πολλές φορές πρέπει να αποκοιμιέται σ’αυτή την κόκκινη πολυθρόνα. Δεν ξέρω. Εκείνο που σίγουρα ξέρω είναι πως με τίποτα δεν φανταζόμουν πως αυτός θα ήταν ο προορισμός της, όταν την αγόραζα.
Ήτανε μόλις είχα πιάσει δουλειά, νοικίασα ένα διαμέρισμα, δεν είχα λεφτά, ελάχιστος μισθός αλλά αυτή την κόκκινη πολυθρόνα την είχα βάλει στο μάτι. Ήμουνα αποφασισμένη να την αποκτήσω έστω και με δανεικά. Ήταν λοιπόν το πρώτο έπιπλο που τοποθέτησα στο διαμέρισμα μου. Αυτήν και ένα κρεβάτι. Τίποτα άλλο. Το κρεβάτι ήτανε για τα όνειρα της νύχτας κι’αυτή για τα όνερια της μέρας. Βούλιαζα μέσα της και ταξίδευα στο μέλλον μου, χρωματίζοντας το όπως γούσταρα. Έβαζα και τον Φράνκ να τραγουδάει στην διαπασών το «My way” και τα χρώματα γίνονταν ακόμα πιο έντονα. Τόσο έντονα όπως το κόκκινο της πολυθρόνας. Και όπως το τότε βαθειά κρυμμένο μου όνειρο, να καταφέρω να ζήσω την ζωή με το δικό μου τρόπο.
«Τί σκέφτεσαι;» τον ρωτώ καμμιά φορά για να σπάσω αυτή την δυσβάσταχτη σιωπή που μπαίνει συνέχεια ανάμεσα μας σαν ενοχλητικός συγγενής.
«Ό,τι θέλω» μου απαντά, όταν αποφασίζει να απαντήσει. Τις περισσότερες φορές δεν απαντά. Κι’αλλες, που σπανίζουν, απαντά με ένα εντελώς απροσδόκητο τρόπο. Δηλαδή με στίχους ενός ποιήματος. Συνήθως είναι το ίδιο ποίημα. Ένα του Τεύκρου Ανθία. Και συνήθως ο στίχος που θυμάται είναι ο ίδιος:
«Απόψε είν’ η βραδιά τόσο καλή, τόσο καλή/Μπορείς να πας να κοιμηθείς σ’ ένα παγκάκι, αλήτη!/ Πλάτυνε η σκέψη τη ζωή τόσο πολύ, τόσο πολύ/ που έκανε ο άνθρωπος τη γη κι όλο το σύμπαν: σπίτι”.
Και ύστερα πάλι σιωπή. Για μέρες. Μέχρι την επόμενη φορά που ένας στίχος θα διαλύσει την σιωπή και μαζί μ’αυτήν κάθε μου προσπάθεια να εισχωρήσω έστω για λίγο, στην μοναξιά της σκέψης του. Για να την χαιδέψω, να την ανακουφίσω, όχι για να την καταλάβω, ξέρω πως αυτό είναι αδύνατο. Γιατί είναι αδύνατο να εισχωρήσεις στην μοναξιά του ανθρώπου που έχει συνείδηση του τέλους του. Δεν μπορώ λοιπόν να την καταλάβω και ίσως γι’αυτό δεν βρίσκω τρόπο να την ανακουφίσω.
Δεν ξέρω τί σκέφτεται βυθισμένος τόσες ώρες σ’αυτή την κόκκινη πολυθρόνα κι’αν σκέφτεται κάτι. Ίσως να μην σκέφτεται, ίσως να του αρκεί μόνο να θυμάται. Και άν του αρκεί να θυμάται τί επιλέγει να θυμάται; Κι’αν μόνο θυμάται του αρκούν οι μνήμες του; Τον κάνουν να αισθάνεται πως έζησε με το δικό του τρόπο; Κι’αν όχι πως αντέχει το βάρος όσων μετάνιωσε; Και όσων ήθελε να ζήσει και δεν τάζησε; Μήπως είναι ένα δυσνόητο βάρος που δεν τον αφήνει να σηκωστεί από την κόκκινη πολυθρόνα; Ή μήπως νιώθει ήδη εξόριστος από την ζωή;
Αυτό να μπορούσε μόνο να μου πει ίσως και να μπορούσα να αντέξω την σιωπή του που γεμίζει το δωμάτιο και με κάνει να νιώθω παρείσακτη. Ίσως και να σταματούσα να του θυμώνω που δεν φοράει τις κάλτσες του ή που κοιμάται με τα ρούχα και τρώει γλυκά τις νύχτες ενώ έχει ζάκχαρο.
Δεν μπορεί ωστόσο να μου πει. Προτιμά να κοιτάει το κενό ή να περιεργάζεται τους πίνακες που ο ίδιος είχε ζωγραφίσει και που τώρα τον περικυκλώνουν κρεμασμένοι σε όλους τους τοίχους του σπιτιού. Καθισμένος στην ίδια κόκκινη πολυθρόνα. Αυτήν στην οποία εγώ κάποτε ξεκουράζα τα όνειρα μου και που τώρα εγινε η πολυθρόνα όπου εκείνος ξεκουράζει τις αναμνήσεις των ονείρων του. Κι’αυτή η συνειδητοποίηση με κάνει να θέλω να την καταστρέψω όσο είναι ακόμα νωρίς. Την κοιτάω κάθε φορά που εκείνος σηκώνεται να πάει να κατουρήσει στο νιπτήρα και φαντάζομαι πως την κομματιάζω με το μαχαιράκι που καθαρίζει τις πίπες του. Ή ότι την σκίζω με τον νυχοκτόπτη του αφού πρώτα την λερώσω με το υγρό των μασέλων του. Και ύστερα της σπάζω τα πόδια με το μεταλλικό του μπαστούνι και την πετάω στο μεγάλο πράσινο σκουπιδοτενεκέ της πολυκατοικίας μέχρι το επόμενο πρωί που θα την πάρουνε οι σκουπηδιάριδες και θα την θάψουνε κάτω από βουνά σκουπιδιών.
Γιατί άν κάτι τελικά με τρομάζει περισσότερο δεν είναι το βλέμμα ή σιωπή του. Είναι αυτή η κόκκινη πολυθρόνα που μου φωνάζει κάθε μέρα πως κάποια στιγμή θα μείνουμε οι δυο μας. Εγώ και εκείνη. Και η ανάμνηση της σιωπής του.