( life is wonderful )

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΜΑΥΡΗΣ ΓΑΤΑΣ

Πρώτα το μάτι μου έπεσε σε μια αφίσα που εμφανίστηκε στους τοίχους της παλιάς πόλης και έφερε τον ευφάνταστο τίτλο «Φάρμα Project”. Yπέθεσα ότι πρόκειται για κάποια καινούργια ομάδα που προωθεί βιολογικές καλλιέργειες (η νέα τάση εν καιρώ κρίσης). «Καμία σχέση» με διέψευσε ο Λευτέρης. «Είναι ένα πάρτι που διοργανώνεται σε μια φάρμα έξω από την πόλη», με πληροφόρησε, «πλάκα θάχει» σκέφτηκα αλλά δεν έδωσα περισσότερη σημασία. Μέχρι που εντόπισα το βίντεο προώθησης του συγκεκριμένου πάρτι να κάνει βόλτα στα wall διαφόρων φίλων και να κερδίζει με ταχύτητα, χιλιάδες like.

Πάτησα το play για να διαπιστώσω πως πράγματι υπήρχε σοβαρός λόγος που κέρδιζε τις εντυπώσεις. Έμοιαζε σαν ταινία μικρού μήκους. Ωραία πλάνα, ενδιαφέρον concept, φοβερά location, φρέσκα αισθητική, απίστευτη παραγωγή. «Ποιός μπαίνει στον κόπο να γυρίσει τέτοια βίντεο για ένα πάρτι;» απόρησα και η περιέργεια μου με οδήγησε στην ανακάλυψη μιας ομάδας έξι νεαρών παιδιών (25-29 οι ηλικίες τους) που ήταν περισσότερο από πρόθυμοι να μου διηγηθούν την ιστορία μιας... «Μάυρης Γάτας»

Συναντηθήκαμε στο καφενείο, όπου δουλεύει σαν σερβιτόρος ο ένας από τους έξι (ο Μάικ). Πρώτος κατέφθασε ο Γιάννης. Λιγομίλητος αλλά επί της ουσίας. Ο σκηνοθέτης της ομάδας. Μετά η Ελένη, μια κούκλα με μακριά κοτσίδα και έξυπνα μάτια, μαζί της ο Παντελής, εξωτική φυσιογνωμία και λίγα λεπτά αργότερα ο Μάικ, που μέχρι τότε τον ήξερα μόνο με την μια του ιδιότητα (ο κούλ σερβιτόρος των «7 κλειδιών»). Τελευταίος έσκασε μύτη ο Αργύρης, «σαν φιγούρα από ταινίες του Ταραντίνο», σκέφτηκα μόλις τον αντίκρυσα. «Πού ήσασταν κρυμμένοι όλοι εσείς;» τους ρώτησα χαριτολογώντας και έδωσα το πράσινο φως για να αρχίσουν να μου διηγούνται το στόρι τους. Ενα στόρι που πάει κόντρα στις μιζέριες της εποχής και επιβεβαιώνει πως υπάρχουν νεαροί δημιουργοί οι οποίοι αντιστέκονται στις δυσοίωνες προβλέψεις των καιρών.

«Όλα άρχισαν από ένα παιγνίδι», λέει ο Γιάννης. Και η Ελένη σπεύδει να δώσει αναλυτικές πληροφορίες. «Ήτανε μια περίοδος όπου κανένας μας δεν ήταν ευχαριστημένος από την ζωή του. Ανεργία, κρίση, κανένα φως στο τούνελ και μεις να μην ξέρουμε πού να διοχετεύσουμε την δημιουργική μας ενέργεια». «Μας είχε πιάσει κατάθλιψη» συμπληρώνει ο Παντελής και εννοεί πως δεν ήταν τόσο το οικονομικό (που έτσι κι’αλλιώς ήτανε ένα αδιέξοδο) εκείνο που τους απασχολούσε, αλλά το γεγονός πως ενώ όλοι τους είχαν αποφασίσει να αφοσιωθούν σε δημιουργικά επαγγέλματα (γραφίστες, σκηνοθέτες κτλ) είτε δεν έβρισκαν δουλειά, είτε η δουλειά που έκαναν δεν είχε καμία σχέση με τον αντικείμενο που «ερωτεύτηκαν». «Δεν γίνεται να μην είμαστε καλά» λέγανε μεταξύ τους μήπως και έτσι δώσει ο ένας στον άλλο την σπρωξιά για να αρχίσει ξανά το μυαλό τους να παίρνει...στροφές.

«Σκεφτήκαμε λοιπόν ένα παιγνίδι», επαναλαμβάνει ο Γιάννης. Βρίσκανε λέξεις από τυχαίες σελίδες βιβλίων και δίνανε διορία μια βδομάδα για να ετοιμάσουν ο καθένας ένα πρότζεκτ που θα αφορούσε στην συγκεκριμένη έννοια. Το πεδίο ήταν ανοιχτό, μπορούσαν δηλάδή να φτιάξουν από αφίσες μέχρι και παραμύθια ή βιντεάκια. Αρκεί να ακονιζόταν η φαντασία τους. «Ηταν ο μόνος τρόπος να μην αφήσουμε το μυαλό μας να αδρανήσει και τις ιδέες μας να θαφτούν κάτω από την μιζέρια της εποχής» λένε και έτσι κάθε Κυριακή κλείνανε ραντεβού σε ένα από τα καφενεία της πόλης για να παρουσιάσουν τα πρότζεκτ τους (ο ένας τον άλλον) και να διαλέξουν την επόμενη λέξη που θα τους ενεργοποιούσε την δημιουργικότητα. Μέχρι που έπεσε η λέξη «μετανάστευση» στο Γιάννη ο οποίος τότε σκέφτηκε να κάνει ένα μικρό βίντεο στο δημοτικό σχολείο όπου δίδασκε η μητέρα του και στο οποίο οι περισσότερο μαθητές ήτανε αλλοδαποί. Μόνο που χρειαζότανε βοήθεια από τους υπολοίπους για να το πραγματοποιήσει και τότε έπεσε στο τραπέζι η ιδέα να αρχίσουν να δουλεύουν σαν ομάδα.

Ο Μάικ ήταν εκείνος που τους τσιγκλούσε περισσότερο, επέμενε πως «πρέπει να τολμήσουν, να φτιάξουνε κάτι δικό τους, να μην μασάνε στα δυσοίωνα, να ακολουθήσουνε το ένστικτο τους, να παίξουνε με την φαντασία τους». Ο Μάικ είναι ο εμψυχωτής (έτσι τον χαρακτηρίζουνε οι υπόλοιποι), ο Στέφανος (ο δημοσιογράφος της παρέας) είναι ο ονειροπόλος και ο Αργύρης εκείνος που συνήθως τους γειώνει. Η απόφαση λοιπόν να φτιάξουν την δική τους ομάδα είχε ληφθεί τις μέρες που άρχισε το άγριο σενάριο της Τρόικας και των μνημονίων. Ο Γιάννης παίρνει την κάμερα του και άρχισε να καταγράφει τις διαμαρτυρίες. Το πρώτο βίντεο της ομάδας βγαίνει μέσα από την ανάγκη τους να αποτυπώσουν εκείνο που συμβαίνει γύρω τους. Φτιάχνουνε τα «Σκουπίδια μιας εξέγερσης» και το «Cyprus Aid” και χωρίς να το καταλάβουν, η διαδρομή τους έχει ήδη αρχίσει. Το μόνο που μένει είναι να δώσουν ένα «όνομα» σ’αυτή την διαδρομή. Ο Παντελής σχεδιάζει μια μαύρη γάτα με κομμένη την μούρη. Οι υπόλοιποι αστειεύονται μεταξύ τους ότι όλα τους πάνε στραβά. Και κάπως έτσι βγαίνει το.. «Black cut”. Με το cut του σκηνοθέτη να σηματοδοτεί αρχή της δημιουργικής τους «αντίστασης».

«Και το Φάρμα project;” τους ρωτώ. “Αυτό πώς προέκυψε;”. Μια άλλη ομάδα που διοργανώνει “πρωτότυπα” πάρτι τους ανέθεσε το βίντεο προώθησης. Τους άρεσε η ιδέα, τους παρείχε πρόσφορο έδαφος να πειραματιστούν με εικόνες και locations και με την δική τους αισθητική. Δεν αναλαμβάνουν τίποτα που να μην ταιριάζει στην αισθητική τους, αυτό μου το υπογραμμίζουν πολλές φορές και είναι μάλιστα κατηγορηματικοί γιατί «δεν γουστάρουν τις υποδείξεις, ούτε και τις υπαγορεύσεις και καθόλου δεν τους περνά από το μυαλό να κάνουν έκπτωσεις προκειμένου να βγάλουνε μερικά ευρώ παραπάνω». «Καλύτερα να κάνουμε άσχετες δουλειές παρά να κουτσουρέψουμε την...γάτα μας» λένε και επαναλαμβάνουν πως εκείνο που γουστάρουν σαν τρελλοί είναι να φτιάχνουνε «κινηματογραφικές» ιστορίες μέσα από τις οποίες να εκφράζουν την δική τους οπτική γωνία απέναντι σ’ότι συμβαίνει γύρω τους αλλά και μέσα τους.

«Είναι ωραίο να βάζει ο ένας το χέρι του στο μυαλό του αλλουνού την ώρα που εκείνος ονειροπωλεί», λέει ο Μάικ, μ’αρέσει η ατάκα του, την σημειώνω και οι υπόλοιποι συμφωνούν πως εκείνο που τους ενεργοποιεί περισσότερο είναι αυτή η υπέροχη ανταλλαγή ιδεών και ονείρων. «Μια δοκιμή θα σας πείσει» η αγαπημένη ατάκα του Γιάννη, «κλέβουμε ο ένας από τον άλλο» συμπληρώνει ο Παντελής, έχουμε «πάθος και όρεξη» λέει η Ελένη. Όταν είναι να φτιάξουν ένα καινούργιο βίντεο κοιμούνται ελάχιστα. Συναντιούνται συνήθως τα βράδια μετά την δουλειά τους (όσοι έχουν δουλειά), τρώνε στο πόδι, αλλάζουνε βάρδιες, μοιράζουνε καθήκοντα και ξεκινάνε τις τρελλές κούρσες μιας καινούργιας «περιπέτειας». Μαθαίνει ο ένας στον άλλο, οι ιδεές πετάνε πάνω από το κεφάλι τους με απίστευτους ρυθμούς, «δεν μπορείς να φανταστείς τί γίνεται», μου λέει ο Μάικ και τους χαίρομαι γιατί μου επιβεβαιώνουν με ένα σχεδόν αφελή ρομαντισμό πως δεν υπάρχει τίποτα που δεν μπορεί να γίνει. Αρκεί πρώτα να το έχεις φανταστεί...

Θέλουν να διατηρήσουν την παιδική τους αφέλεια, λένε, εκείνη δηλαδή που τους υπαγορεύει πως ρεαλισμός σημαίνει να πιστεύεις στο αδύνατο. Το μόνο οδηγό που εμπιστεύονται είναι το ένστικτο τους, δεν έχουν ιδέα ακόμη σε ποιούς δρόμους θα βολτάρει η «μαύρη γάτα» τους και ούτε θέλουνε να προκαθορίσουν τις διαδρομές της. Θέλουν να την αφήσουν ελεύθερη να σεριανίζει με την ευχή πως κάποια στιγμή θα καταφέρει να φτιάξει το δικό της διαδικτιακό «σπίτι» και μέσα σ’αυτό να τοποθετήσει όλα εκείνα που της τσιγκλούν την φαντασία και της επιτρέπουν να σκαρφαλώνει τους τοίχους, ανεβαίνοντας στις πιο ψηλές στέγες της πραγματικότητας... «Ό,τι βλέπουμε γύρω μας να συμβαίνει είναι αποτέλεσμα μιας υποτίμησης της νοημοσύνης του κόσμου» λένε και σ’αυτό είναι αποφασισμένοι να αντισταθούν. Με όπλα τους το πάθος, την δημιουργικότητα, την φαντασία αλλά και την πεποίθηση πως από τις μικρές ομάδες είναι που κάποιες φορές ξεκινά να γράφεται μια αλλιώτικη ιστορία.

 

Η ομάδα “Black cut”: Παντελής Μισιέλλης, Μάικ Χριστοφίδης, Ελένη Παού, Στέφανος Ελευθερίου, Γιάννης Άντωνας, Αργύρης Αργυρού.