Η αίσθηση του τέλους

"Πολλές φορές ο λόγος που επικαλούμαστε το ρεαλισμό είναι για να αποφύγουμε να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα". Julian Barnes

images
Back to top

Mου πήρε σχεδόν μια ώρα για να φτάσω στο ραντεβού μας. Άλλαξα δύο τρένα, ένα υπόγειο και ένα που δεν ήτανε υπόγειο, στο πρώτο δεν έβλεπα θέα, έβλεπα μόνο τα πρόσωπα εκείνων που κάθονταν απέναντι μου. Κάποιοι διάβασαν εφημερίδα, άλλοι έπαιζαν με τα smart phone, κάποιοι είχανε τα μάτια τους κλειστά, άλλοι διάβαζαν βιβλίο. Στο δεύτερο τρένο έβλεπα τις συνοικίες του Λονδίνου, τα ίδια σπίτια με το κόκκινο τούβλο και τις μικρές πράσινες αυλές τους, τα συνοικιακά γήπεδα και τα μπακάλικα, αυτοκίνητα να περιμένουν στα φανάρια και κόσμος να περπατά βιαστικά στα πεζοδρόμια. Ο ουρανός ένα μουντό γκρίζο, γεμάτος από σύνεφα, κανένα ίχνος ήλιου, πολύ πιθανόν να άρχιζε η βροχή, δεν είχα πάρει μαζί μου ομπρέλα, δεν είχα ακόμη συνηθίσει στην ιδέα πως έπρεπε να εξοπλίζομαι κάθε μέρα με όλα τα προστατευτικά για το καιρό. Γάντια, κασκόλ, μάλλινο καπέλο, ομπρέλα, πάντα κάτι ξεχνούσα. Δεν με ένοιαζε ιδιαίτερα, πιο πολύ με ένοιαζε να παρατηρώ τις διαδρομές. Ανέκαθεν μου άρεσαν οι διαδρομές με τα τρένα, έβρισκα σ’αυτές μια περίεργη γοητεία, δεν ξέρω τί με έλκυε περισσότερο, αν ήταν δηλαδή η συνύπαρξη τόσων διαφορετικών ανθρώπων που το μόνο που τους ένωνε εκείνη την χρονική στιγμή ήτανε η ανάγκη μιας μετακίνησης ή αν ήταν κάτι πιο κινηματογραφικό, όπως ο θόρυβος του τρένου και ο μονότονος ήχος της φωνής που ανακοίνωνε κάθε τόσο ποιός θα ήταν ο επόμενος σταθμός.

“Δυσκολευτήκατε με τα τρένα”, με ρώτησε όταν πια καθόμουνα ήδη απέναντι του στην καφετέρια και πίναμε ζεστό καπουτσίνο κανονικού μεγέθους. Καθόλου, του απάντησα, μ’αρέσουνε τα τρένα. Χαμογέλασε και κάπως έτσι αρχίσαμε να μιλάμε για την γειτονιά του και τις δικές του διαδρομές. Για το πώς επέλεξε να μείνει στο Λονδίνο και να γράφει εδώ τα βιβλία του, για το τί κάνει ένα άνθρωπο τελικά να παίρνει αυτό το δρόμο και όχι τον παραδίπλα, αλλά περισσότερο για το πως αλλάζεις κατεύνθυνση όταν ξαφνικά συνειδητοποιήσεις πως αυτή που έχεις επιλέξει δεν πρόκειται να σε πάει κάπου που να νιώθεις καλύτερα. “Νομίζω πως εκείνο που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι αυτή η αισθηση της αποτυχίας”, μου είπε κάποια στιγμή. Τί εννοείτε τον ρώτησα. “Κάποια στιγμή στην ζωή μας” άρχισε να περιγράφει “ερχόμαστε αντιμέτωποι μ’αυτό το συναίσθημα, πολλοί αισθάνονται πως αποτύχαν να ακολουθήσουν το μοντέλο του επιτυχημένου, εκείνο δηλαδή που μας εμφυτεύεταια, ένα καλό επάγγελμα, μια οικογενειακή ζωή, ένας καλός μισθός, όλα αυτά. Και όταν κανείς αισθανθεί πως ασφυκτιά μέσα σ’αυτό το πλαίσιο το χρεώνεται σαν δική του αποτυχία, ενώ στην ουσία δεν είναι. Δεν είναι αποτυχία να μην θες να ακολουθήσεις αυτό το μοντέλο αλλά κάποιο άλλο που να σε κάνει να νιώθεις καλά. Δεν είναι αποτυχία να πάρεις ένα άλλο τρένο και να ακολουθήσεις μια άλλη διαδρομή…”Εσείς τι νομίζετε, με ρώτησε, δεν απάντησα, ζήτησα ακόμα ένα φλυτζάνι καφέ και αλλάξαμε κουβέντα.

Στην επιστροφή, με τα δύο τρένα, το υπόγειο και το άλλο με την θέα, ανοιξα το βιβλίο που γόρασα την προηγούμενη, ένα καταπληκτικό βιβλίο του Julian Barnes με τίτλο «The sense of an ending”. Δεν ξέρω αν ήταν τυχαίο αλλά η παράγραφος στην οποία είχα μείνει, ήταν τελικά μια απάντηση...Έγραφε ο Barnes πως... «Ταυτίζουμε την έννοια της ωριμότητας με την αίσθηση της ασφάλειας. Πως νομίζουμε πως γινόμαστε υπεύθυνοι ενώ στην ουσία γινόμαστε δειλοί. Εκείνο που επικαλούμαστε συχνά σαν ρεαλιστικό δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο τρόπος να αποφύγουμε να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα. Την δική μας πραγματικότητα...Αυτό είναι αποτυχία.

Back to top