( life is wonderful )

ΕΤΣΙ ΕΙΧΑΝΕ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Καθίσαμε πλάι-πλάι πάνω σε ένα ξύλινο πυργίσκο, ίσαμε που χωρούσαμε και οι δύο μας, «πρόσεξε μη στάξεις το παγωτό σου απάνω στο καινούριο μου τζιν», σου είπα, «αλίμονό σου», είπα μετά και εσύ έβγαλες από την τσέπη ένα λευκό χαρτομάντιλο να το ’χεις σε ετοιμότητα, εγώ έτρωγα σοκολάτα-φράουλα εσύ κάτι λιγότερο χρωματιστό, πώς διάολο βρεθήκαμε εδώ μέσα στη μαύρη νύχτα δεν είχα ιδέα, δηλαδή δεν θυμόμουνα πώς ακριβώς είχανε τα γεγονότα, κάτι είπες, κάτι ρώτησα, κάτι είχες πεθυμήσει, κάτι το ’χα μέρες μέσα μου σαν ευχή και κάπως έτσι, όπως οδηγούσες, έστριψες ξαφνικά το τιμόνι και πήρες μια άλλη έξοδο, δεν πρόλαβα καν να δω τι έγραφε στην πινακίδα και ύστερα βρεθήκαμε εδώ με ένα χωνάκι παγωτό στο χέρι πάνω σε ένα ξύλινο πυργίσκο, να χαζεύουμε τη θάλασσα και τα αεροπλάνα που πηγαινοέρχονται. Εσύ μου ’λεγες πως θέλεις να φύγεις και κοιτούσες ήδη τον εαυτό σου να κάθεται δίπλα σε ένα από κείνα τα στρογγυλά παραθυράκια, κάπου κοντά στο φτερό, ναι, κάπου εκεί μέσα ήσουνα και συ, φορούσες ήδη τα χειμερινά σου και αγωνιούσες για μια ζεστή σοκολάτα, έτσι είπες, πως αυτή θα ήταν η πρώτη σου κίνηση μόλις έφτανες εκεί, όπου ήθελες να φτάσεις, θα ’παιρνες ένα ταξί και έτσι με τη βαλίτσα και όλα σου τα συμπράγκαλα θα άνοιγες την πόρτα της αγαπημένης σου καφετερίας, στη μικρή πλατεία όπου σύχναζες κάποτε κάθε μέρα, εκεί λοιπόν θα διάλεγες τραπέζι, πλάι στο παράθυρο, θα έβγαζες το παλτό και θα παράγγελνες την πιο ωραία ζεστή σοκολάτα που έχεις πιει στη ζωή σου, «δεν έχεις δοκιμάσει γι’ αυτό δεν με πιστεύεις», μου είπες και χτύπησες το πόδι σου πεισμωμένα στο σκαλοπάτι του πυργίσκου, μα δεν είχανε έτσι τα γεγονότα, είχανε κάπως αλλιώς.

Και τότε άρχισα να σου διηγούμαι για κείνο το ταξίδι, που ήτανε σε ένα μέρος με κόκκινα βουνά και πολύχρωμο βυθό και το’ νιωσα ξαφνικά σαν τάμα να κολυμπήσω με τα δελφίνια και τότε αγόρασα μάσκα, καινούρια, πλαστική, με ένα μπλε φυσούνι, ρώτησα πόσο, τόσο μου απάντησαν και δέχτηκα να μου φορέσουνε μια μαύρη στενή στολή και κίτρινα πέδιλα, έτσι ακριβώς όπως στο λέω, βούτηξα και κολυμπούσα περιμένοντας πότε θα εμφανιστεί μπροστά μου το δελφίνι, είχα ένα σφίξιμο στο στομάχι, όχι από φόβο, αλλά από αγωνία μήπως και δεν με αναγνωρίσει, δεν γινόταν να μη με αναγνωρίσει, γιατί διένυσα πολλά θαλάσσια μίλια για να φτάσω μέχρι εδώ, μόνο και μόνο για να συναντήσω ένα δελφίνι. Και έτσι που λες, κολυμπούσα με κείνη την αγωνία, μέχρι που πρώτα το άκουσα να σφυρίζει μέσα στο βυθό και ύστερα το είδα να με πλησιάζει χαμογελαστό, να ’ναι, δηλαδή, η μούρη του μια αναπνοή από τη δική μου, κοιταχτήκαμε για λίγο, τόσο, όσο για να βεβαιωθώ πως είμαι επιτέλους έτοιμη να ζήσω το δικό μου παραμύθι. Κάπως έτσι τα ’φερε εκείνη η μέρα κι ύστερα αργά το απόγευμα, την ώρα του μοβ, είδα τυχαία μια μικρή καφετερία, «θα τη γιορτάσω την μέρα μου» σκέφτηκα «με ένα ωραίο γλυκό», μπήκα μέσα άνοιξα τον κατάλογο και τότε συνειδητοποίησα πως είναι η ίδια εκείνη καφετερία που εσύ μου ανέφερες συχνά, μόνο που τώρα ήτανε σε μια άλλη χώρα, τη χώρα των κόκκινων βουνών και του πολύχρωμου βυθού, ξέχασα τότε το γλυκό και παράγγειλα να πιω μια ζεστή σοκολάτα, «είναι η πιο ωραία του κόσμου» μου είχες πει και όταν ένιωσα την πρώτη γουλιά να κατεβαίνει στο λαιμό μου, τότε ήθελα να σου πω πως τελικά τα γεγονότα είχανε ως εξής:

Καθόμαστε πλάι-πλάι πάνω σε ένα ξύλινο πυργίσκο που ίσαμε χωράμε και οι δύο μας και χαζεύουμε τη θάλασσα και τα αεροπλάνα που πηγαινοέρχονται και γω σου μιλάω για ένα δελφίνι και συ για μια ζεστή σοκολάτα και ξέρουμε πια, πως αυτό που μας έφερε μέχρι εδώ είναι γιατί νιώσαμε, πως η μοναδική πραγματικότητα που έχουμε, είναι να εμπιστευτούμε το δικό μας παραμύθι.

(ΥΓ. Γεννήθηκα έναν Απρίλη)