( life is wonderful )

ΕΝΑ ΛΕΥΚΟ ΧΑΡΤΙ

Τα πρωινά κόβω βόλτες στην παλιά πόλη. Φοράω ένα σακίδιο στην πλάτη, φοράω και σκούρα γυαλιά ηλίου και γκρίζα αθλητικά παπούτσια με φούξια κορδόνια και κάπως έτσι περπατώ με τις ώρες. Γυρνάω στα στενά, πίνω καφέ σε ξεχασμένα καφενεία και ανακαλύπτω μικρά μαγαζιά με ηλικιωμένους που αντί για καλημέρα σου λένε ένα απόσταγμα ζωής. Ο κ. Αχιλλέας έχει βαφτίσει τον εαυτό του “Γιατρό των παπουτσιών”, κάθεται πίσω από ένα γραφείο σε ένα μικρό μαγαζάκι, τόσο δα, είναι κοντά στα ογδόντα, “καθόλου δεν σας φαίνεται” του λέω, “είναι γιατί θεραπεύω παπούτσια” μου απαντά και χαμογελάει. Δεν ξέρω τί πάει να πεί θεραπεύω παπούτσια μα κάτι μου λέει πως από κει ξεκινά κανείς για να θεραπεύσει και τα βήματα του. Ο κ. Αχιλλέας ίσως ξέρει να μου πει, ογδόντα χρόνια είναι μακρύς δρόμος, μάλλον θα μπουρδουκλώθηκαν πολλές φορές τα πόδια του για νάχει μάθει να βαφτίζει την επισκευή θεραπεία.

Πιο κάτω ένα άλλο μαγαζί που στην ταμπέλα του γράφει “θεραπευτήριον μελαγχολίας”. Είναι κλειστό ρωτώ τον γείτονα, “ήτανε κάποτε καφενείο” μου λέει και “τώρα”, ρωτώ “τώρα έχει μείνει μόνο η επιγραφή και κανένας θαμμώνας. Όχι γιατί μας πέρασε η μελαγχολία αλλά γιατί για χρόνια αρνηθήκαμε πεισματικά την θεραπεία της”. Το βγάζω φωτογραφία με το κινητό μου, θέλω να φαίνεται όλη η λέξη “θεραπευτήριον”, και το νι στο τέλος γιατί εκείνο είναι που το κάνει ό,τι πιο μεταμοντέρνο έχω συναντήσει. Έτσι σκέφτομαι, μα ύστερα σκέφτομαι πως ακόμα κι’αυτός ο ορισμός μοιάζει άκυρος σε μια καθημερινότητα, η οποία με ταχύτητες φωτός διαλύει τους ορισμούς χωρίς καν να έχει έγνοια για καινούργιους. “Δεν υπάρχουν καινούργιοι ορισμοί”, σκέφτομαι, “υπάρχει μόνο η ακύρωση τους, είναι δηλαδή επιτέλους το χαρτί λευκό, μπορώ να γράψω ότι μούρχεται στο κεφάλι, μπορώ να φτιάξω ένα κόκκινο σύννεφο και ένα πράσινο ουρανό, μπορώ να ζωγραφίσω και την μούρη μου με τεράστια χαμόγελα, μπορώ να βάλω και φακκίδες στα μάγουλά μου και να κάνω μπλεξούδες τα μαλλιά μου, μπορώ να κρατάω και ένα τεράστιο ηλιοτρόπιο τόσο ψηλό όπως ένας ουρανοξύστης”.

“Είναι λευκό ρε φίλε το χαρτί”, λέω στο Σ που βάζει τα τραπέζια κάτω από το αγιόκλημα στην αυλή του καφενείου του και τα καθαρίζει με ένα χρωματιστό πανί. Με κοιτάει περίεργα αλλά καταλαβαίνει τι λέω, “έλα να σε κεράσω σπιτική λεμονάδα” μου προτείνει, “να βάλεις πολλά παγάκια” τον προστάζω, θέλω τα παγάκια νάναι πολλά γιατί έχει μυρίσει καλοκαίρι και ο ήλιος τσουρουφλίζει μια μια τις ψευδαισθήσεις μας. “Το χαρτί είναι λευκό κι’αυτό πάει να πει ελευθερία” του λέω, γνέφει πως ναι, αλλά δεν είμαι σίγουρη πως το καταλαβαίνει. Μου λέει για ένα τύπο που τις προάλλες μέθυσε τόσο πολύ ώστε κοιμήθηκε πάνω στο πεζοδρόμιο και όταν ξύπνησε είπε πως όλο το βράδυ έβλεπε γάτες να πετούν στον ουρανό. Ένας τύπος που ονειρευτηκε γάτες να πετούν στο ουρανό, τέτοιους τύπους θέλω πια να συναντώ, αυτοί με ενδιαφέρουν, αυτοί που κάνουν τις γάτες να πετούν και ονειρεύονται πάνω σε ένα πεζοδρόμιο. “Βαριέμαι τις ανούσιες υστερίες”, λέω στο Σ, “κανένας δεν έχει καταλάβει πως το χαρτί μας είναι ξανά λευκό”, λέω μετά, ο Σ δεν απαντά, μα ξερω πως στο βάθος χαίρεται που διαλύονται οι ορισμοί κάτω από ένα ήλιο που καίει μια-μια τις ψευδαισθήσεις μας.

Πίνω την σπιτική λεμονάδα μονορούφι, ίσως αύριο πάω μια βόλτα στην θάλασσα σκέφτομαι. Θέλω να βάλω την μούρη μου σε αλμυρό νερό και να κρατήσω την αναπνοή μου όσο πιο πολύ μπορώ μέσα στην ησυχία του βυθού. Και ύστερα να απλώσω στην άμμο με την ευχή κανένα από τα σ’αγαπώ μου να μην στεγνώσει, όλα τα θέλω να μείνουνε βρεγμένα, να στάζουνε δηλαδή νερό για να με ξεδιψάνε. Και μένα και τις γάτες που πετούν και τα κόκκινα σύννεφα που ταξιδεύουν σε ένα λευκό χαρτί. “Μέσα στα σ’αγαπώ μου κοιμόμουνα τα προηγούμενα βράδια”, λέω στο Σ. Εκείνος δεν μιλάει. “Και όλα τ’αλλα έμοιαζαν περιττά”, λέω μετά. Εκείνος σιωπή. “Μ’αυτά σκεπαζόμουνα τις τελευταίες μέρες, αυτά είχα για μαξιλάρι μου και πίστεψε το πως κάθε πρωί ξυπνούσα και ήξερα ακριβώς πώς θέλω να ζωγραφίσω τον κόσμο πάνω σ’αυτό χαρτί που γίνεται ξανά λευκό”. “Δεν έχει άλλο θεραπευτήριον από τα σ’αγαπώ μας”, του λέω μετά, εκείνος εξακολουθεί να μην μιλάει αλλά τον βλέπω με την άκρη του ματιού που βγάζει τα γυαλιά του για να κοιτάξει τον ήλιο κατάματα.