( life is wonderful )

ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΗ

Πήρε ένα ακόμα τσιγάρο από το πακέτο του και το στριφογύρισε στα δάχτυλα του, χωρίς καμία πρόθεση να το ανάψει. Περίμενα να δω ποια θα ήταν η επόμενη του κίνηση, πριν ζητήσω να συνεχίσει την κουβέντα που κάναμε. Καθόταν στον καναπέ απέναντι μου, εγώ στο πάτωμα πάνω σε δύο χρωματιστά μαξιλάρια. Έτρωγα τα μεγάλα σοκολατένια μπισκότα που μου αγόρασε το απόγευμα, εκείνος δεν ήθελε να φάει, «κοίτα πόση κοιλιά έχω κάνει», μου είπε και σήκωσε το πουκάμισο του προς τα πάνω αφήνοντας ταυτόχρονα το τσιγάρο να κυλήσει στον καναπέ. «Που θες να φάμε απόψε;», με ρώτησε, «όπου θες εσύ» του απάντησα, γιατί ήθελα να τελειώνουμε μια ώρα γρηγορότερα με τα διαδικαστικά μήπως και επανέλθουμε επιτέλους σε κείνη την κουβέντα που κάναμε. Ένας ήχος στο I-phone του που ακούστηκε σαν γάβγισμα με τρόμαξε, εκείνος γέλασε, «πότε θα συνηθίσεις πως τα μηνύματα μου φτάνουν σαν γαβγίσματα;», μου είπε, «κλείστο», του έκανα παρατήρηση, «σε περιμένω τόση ώρα να μου πεις την συνέχεια», ειπα μετά και κείνος διασκέδασε την ανυπομονησία μου. Έψαξε για το τσιγάρο που είχε κυλήσει προηγουμένως στο καναπέ, το βρήκε, τόβαλε πρώτα ανάμεσα στα δάχτυλά του και ύστερα στο στόμα, πήρε τον αναπτήρα, το άναψε και αφού φύσηξε στον αέρα μια μεγάλη ποσότητα καπνού, αποφάσισε να επιστρέψει, εκεί όπου είχαμε μείνει.  «Λοιπόν…» του είπα από φόβο μην κάτι άλλο άσχετο του διακόψει ξανά την σκέψη του, όπως για παράδειγμα οι θορύβοι στην στέγη ή εκείνο το μισοτελειωμένο μπισκότο που έμεινε στο πιάτο και τον έβλεπα να το κρυφοκοιτάζει χαιδεύοντας ταυτόχρονα ένοχα την κοιλιά του. «Λοιπόν;» επανέλαβα.

«Έτσι που λές» ανταποκρίθηκε, «η μάνα μου, μου τόλεγε για χρόνια. Μικρός δεν καταλάβαινα ακριβώς τι εννοούσε, μετά το κατάλαβα, όταν άρχισα να σκουντουφλώ πάνω στις ανατροπές, δηλαδή την ώρα που αλλιώς τάχα στο μυαλό μου κι’ αλλιώς μου τάφερνε η ζωή, για κείνες τις ανατροπές σου μιλάω, καταλαβαίνεις έτσι;» Ναι, καταλάβαινα για ποιες ανατροπές μιλούσε, για κείνες που σε κάνουν να συνειδητοποιήσεις πως αν δεν βρεις ένα χώρο στην σκέψη σου για να  ξαπλώσει κάπου και ο αστάθμητος παράγοντας, τότε χάνεις την ευελιξία σου και δύσκολα προσαρμόζεσαι πια στην ιδέα μιας καινούργιας αρχής. «Λοιπόν;» τον ρώτησα ξανά, εκείνος δεν μίλησε, σηκώστηκε τελικά και πήρε το μπισκότο, «δεν βαριέσαι» μου είπε και το καταβρόχθισε, έμοιαζε όπως ένα μικρό παιδί που νιώθει νικητής την ώρα της αταξίας, έτσι έμοιαζε και γω ήθελα να τον αγκαλιάσω μα έμενα ακίνητη γιατί περίμενα το παρακάτω.

 «Έτσι που λές» συνέχισε. «Η μάνα μου αυτό μου έλεγε πάντα. Ακόμα και την ώρα που ήτανε άρρωστη στην κλινική. Καθόμουνα- θυμάμαι- δίπλα της και της χαίδευα τα μαλλιά, της άρεσε να της χαιδεύω τα μαλλιά, ευτυχώς που της άρεσε γιατί έμαθα έτσι από μικρός τι πάει να πει τρυφερότητα, και όταν σε έχουνε μεγαλώσει με τρυφερότητα, να το ξέρεις, έχεις μέσα σου απόθεμα αγάπης και αυτό είναι που σε σώζει την ώρα που σκουντουφλάς πάνω σε ανατροπές. Αυτό είναι που σε σώζει. Μου τόλεγε λοιπόν η μάνα μου. Ακόμα και κείνη την ώρα που εγώ της χαίδευα τα μαλλιά. Πως έχουμε όλα τα δικαιώματα του κόσμου, εκτός από ένα. Εκτός από ένα».

Επανέλαβε την τελευταία φράση ακόμη μια φορά και ύστερα έκανε παύση. «Ποιο δικαίωμα δεν έχουμε;» τον ρώτησα. «Ποιο δικαίωμα δεν έχουμε;» επανέλαβα και το επανέλαβα πιο δυνατά. Έβαλε το τσιγάρο στο σταχτοδοχείο, σηκώθηκε από τον καναπέ, γονάτισε ακριβώς απέναντι μου πάνω στο χαλί, πήρε το πρόσωπο μου μέσα στις δύο του χούφτες και αφού με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια, μου είπε:

 «Δεν έχουμε δικαίωμα να μην κάνουμε ό, τι περνάει από το χέρι μας για νάμαστε ευτυχισμένοι». «Αυτό το δικαίωμα δεν έχουμε», είπε, «αυτό μου έλεγε η μάνα μου για χρόνια», είπε μετά και ύστερα έσκυψε και με φίλησε πολλές φορές, στο στόμα.