( life is wonderful )

ΕΓΩ ΜΙΛΑΩ ΓΙΑ ΔΥΝΑΜΗ

Προτείνω ζιβανία και κείνοι αποδέχονται αμέσως. Χρειάζονται κάτι να καίει το λάρρυγα για να ζεστάνουν την συγκίνηση τους, να την νιώσουν την ώρα που τεντώνει την φλέβα. Γι’αυτό και γεμίζουν τα ποτήρια τους, για κανένα άλλο λόγο. «Δεν αντέχεται όλη αυτή η αγάπη», λέει η Λίνα καθώς κατεβαίνει από την σκηνή όπου μαζί με την Αργυρώ Κουπάτου τραγούδησαν σε όλο αυτό το πλήθος που γέμιζε την τάφρο. Δεν αντέχεται αυτή η αγάπη, επαναλαμβάνει με την βραχνή της φωνή και το λεέι κοιτώντας την Δήμητρα, εκείνη ακόμα δεν έχει βγει στην σκηνή, ξέρει όμως τί πάει να πει αγάπη όπως ξέρει και τί πάει να πει να χρεωκοπούν οι βεβαιότητες σου. Με αγκαλιάζει σφικτά μόλις με βλέπει, ίσως γιατί θυμήθηκε που τα ξαναλέγαμε, ίσως γιατί ήλπιζε ότι δεν θα χρειαζόταν να τα πούμε ξανά.

Κάθονται όλοι τους σε λευκές πλαστικές καρέκλες, τις είχαμε στήσει από νωρίς το απόγευμα, μια ομάδα εθελοντών που ήμασταν υπεύθυνοι για τα παρασκήνια. Βάλαμε και φρούτα στο τραπέζι, λίγα μήλα και μπανάνες, βάλαμε και μπουκάλες με νερό, νάναι όλα τρυφερά και φιλόξενα, αυτό θέλαμε. Ο Νίκος σε κατάσταση εγρήγορσης, το ίδιο και η Λέα, κρατάνε το πρόγραμμα και κάνουν τη συνεννοήση τους με ασύρματους, η Μάρα καθαρίζει την σκηνή, όσο είναι ακόμα νωρίς το απόγευμα και αυτές οι τελευταίες προετοιμασίες. Πώς τα καταφέρατε μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, ρωτώ τον Νίκο, εκείνος χαμογελάει, δεν μου δίνει απάντηση, η απάντηση βρίσκεται στην θέληση και στο πείσμα να αντισταθεί κανείς στην κατάργηση της ελπίδας. Αυτό υπονοεί το βλέμμα του, δεν τον ρωτάω τίποτα άλλο, παίρνω και γω το πόστο μου, περιμένω να βραδιάσει, να σμίξουν οι φωνές των τραγουδιών με τις δικές μας, τις εσωτερικές. Αυτό περιμένω. Κι’υστερα βλέπω την Ευρυδίκη, σε λίγο και η Ηρώ, ο Δάντης και η Ευσταθία, σε λίγο και ο Θηβαίος, φιλιούνται μεταξύ τους σταυρωτά, δεν μιλάνε πολύ, μιλάνε τα ουσιώδη. Όλοι σε τόνους χαμηλούς, κάθονται γύρω από το τραπέζι, κάτω από την λευκή τέντα, μοιάζουν λες και ζούνε κάτι πρωτόγνωρο, ίσως είμαι συναισθηματικά φορτισμένη, σκέφτομαι, και φοράω αυτό το φίλτρο που ερμηνεύει αλλιώς τις εικόνες. Ίσως όμως να μην είναι έτσι. Ίσως οι εικόνες νάναι πράγματι αλλιώς. Ναί, οι εικόνες είναι πράγματι αλλιώς, όπως και τα βλέμματα, όπως και οι παραδοχές αυτών των καλλιτεχνών, οι οποίοι παρότι έχουνε ζήσει πολλές φορές στάδια γεμάτα και κερκίδες φωτισμένες από φλόγες αναπτήρων, λένε πως πρώτη φορά ζούνε κάτι τέτοιο. Και το λένε αφότου κατέβουν από την σκηνή, όχι πριν, πριν κρυφοκοιτάζουν τον κόσμο, ψυχανεμίζονται πως εκεί έξω υπάρχει μια αλλιώτικη ενέργεια, αλλά μόλις κατέβουν από την σκηνή το βίωμα νικάει την γνώση και κτυπάει αλλιώς η καρδιά. Το είδα σε όλους. Έναν προς έναν. Το ψυθίριζαν και μεταξύ τους. Ο ένας στον άλλον. «Όταν βγεις εκεί πάνω θα καταλάβεις» έλεγε ο προηγούμενος στον επόμενο.

Βλέπω τον Αλκίνοο να καταφθάνει, υπέροχο το κείμενο σου, του λέω, με ρωτάει αν ειλικρινά μου άρεσε, «δέχτηκα πολύ επίθεση» μου λέει και εννοεί κυρίως στην Ελλάδα, ήταν σπουδαίο, του λέω, αυτή είναι η γνώμη μου. Και ύστερα κάθεται πλαι στην Δήμητρα και στην Λίνα και ύστερα έρχεται και η Σοφία. Η Έλενα ειδοποιεί την Δήμητρα πως σε πέντε λεπτά βγαίνει, εκείνη παίρνει την κιθάρα της και λέει μια δύο νότες για ζέσταμα. Και ύστερα είναι ήδη πάνω στην σκηνή. «Εγώ μιλάω για δύναμη» αρχίζει να τραγουδάει. Και τότε ανάβω τσιγάρο, κάθομαι σταυροπόδι στο χώμα και σκέφτομαι πως ίσως είναι ξανά η στιγμή να γυρίσω στην αθωότητα. Την παλιά μου την ταυτότητα.