( life is wonderful )

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΧΙΣΛΟΠ

Ανοίγει ξαφνικά η πόρτα. Μια γοητευτική γυναίκα με μαύρα ρούχα μπαίνει μέσα στο καφενείο. Κρατάει ένα βιβλίο και ψάχνει με το γαλάζιο της βλέμμα να εντοπίσει το Σταύρο. Εκείνος σηκώνεται μόλις την βλέπει “έλα μέσα, έλα στην παρέα μας” την προτρέπει, εκείνη του λέει με σπασμένα ελληνικά “σου έφερα το βιβλίο που σου υποσχέθηκα” και ύστερα τραβάει μια καρέκλα και κάθεται μαζί μας. Την παρατηρώ για αρκετά λεπτα προσπαθώντας να καταλάβω γιατί το πρόσωπο της μου μοιάζει τόσο οικείο. Και βέβαια με τίποτα δεν πάει το μυαλό μου πως υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα να είναι αυτή που είναι. Και όμως!

Ένα βράδι, μήνες πριν, γύρω στις οκτώ, στο καφενείο Χαράτσι που είναι πλάι στην πράσινη γραμμή και τόχει ένας νεαρός ποιητής που τον λένε Σταύρο, άνοιξε η πόρτα και εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά μας η Βικτόρια Χίσλοπ!

Είχα καιρό να πάω στο καφενείο. Ο Σταύρος με ξεσήκωσε εκείνο το βράδι. “Φεύγω για Αμερική αύριο, έλα για μια ζιβανία” μου είπε στο τηλέφωνο. Φόρεσα ένα σουέτερ και τα αθλητικά μου παπούτσια και αφού πέρασα το δημοτικό κέντρο τεχνών και το μπουρδέλο της γειτονιάς, έφτασα στο Χαράτσι. “Θα κάθίσω για λίγο” του είπα μόλις μπήκα, γιατί εκείνη την στιγμή με τίποτα δεν μπορούσα να φανταστώ πως μέχρι το τέλος της νύχτας θα βρισκόμουνα πλάι πλάι με την Βικτόρια Χίσλοπ και θα κουβεντιάζαμε για το καινούργιο της βιβλίο που το λένε Ανατολή και διαδραματιζεται στην Κύπρο..

“Την επόμενη μέρα θα γύριζε πίσω στο Λονδίνο”, μου είπε, και “πότε θα επιστρέψεις;”, την ρώτησα “τον ερχόμενο Μάρτιο”, απάντησε. Της ζήτησα να μου υποσχεθεί πως θα με έπαιρνε τηλέφωνο μόλις ερχόταν, να πάμε για φαγητό, ίσως και για καμια εκδρομή. “Δεν είναι τυχαίο ότι συναντηθήκαμε εδώ απόψε” συμπλήρωσα και ήμουνα σίγουρη πως θα συμφωνούσε. Γιατί ένας συγγραφέας πάντα εμπιστεύεται την μαγεία των συμπτώσεων.

Και είναι Μάρτιος λοιπόν. Την περιμένω στην γωνιά του δρόμου, μένει δυο βήματα από το σπίτι μου, σε ένα σπίτι όπου τα παράθυρα του καλύπτονται από ένα τεράστιο δέντρο με πλατιά φύλλα. “Είμαστε γειτόνισσες” της λέω μόλις την βλέπω, εκείνη γελάει και με φιλάει σταυρωτά, “θα πάμε εδώ κοντά για φαγητό”, την πληροφορώ, “είμαι χορτοφάγος” με πληροφορεί εκείνη και τελειώνουμε με τα διαδικαστικά.
Καθόμαστε στο dot, «τί είναι το πουργούρι», με ρωτάει στα ελληνικά καθώς περιεργάζεται το μενού και πριν προλάβω να απαντήσω με ρωτάει αν έχει καμία σχέση με το γαιδούρι. Γελάω πολύ, την πειράζω πως εδώ στην Κύπρο τα τρώμε τα γαιδούρια, με κοιτάει με απορία, «σου κάνω πλάκα» την καθησυχάζω. «Θα κάνουμε και την συνέντευξη απόψε» με ρωτάει, όχι, της λέω, «απόψε θα πιούμε κρασί και θα μιλάμε χωρίς κανένα σκοπό». Της αρέσει η ιδέα. Και ενώ είμαι με την βεβαιότητα πως εγώ θα είμαι αυτή που θα την τρελλάνει στις ερωτήσεις με αιφνιάζει και αρχίζει πρώτη το δικό της ερωτηματολόγιο. «Τελικά μου παίρνεις εσύ συνέντευξη» της λέω και γελάμε ξανά. Και ύστερα μιλάμε για το γράψιμο, μου λέει για ένα βιβλίο του Στήβεν Κίνγ που λέγεται «On writing», με συμβουλεύει να το διαβάσω, μου λέει πως την έχει επηρεάσει και το διαπιστώνει τώρα που γράφει το καινούργιο της βιβλίο. «Δεν θα μιλήσουμε για το καινούργιο σου βιβλίο απόψε» της λέω. «Αυτά θα τα πούμε στην συνέντευξη» συμπληρώνω και γνέφει καταφατικά. Και ύστερα με ρωτάει αν θυμάμαι το πόλεμο, και πόσο χρονών ήμουνα τότε, μου λέει πόσο εξωφρενικό της φαίνεται κάθε φορά που ο δρόμος την βγάζει μπροστά από ένα φυλάκιο. Μου λέει για τις βόλτες που έκανε στην Καρπασία, πήγε μέχρι τον Απόστολο Ανδρέα και την παραλία των χελώνων. «Είναι φανταστικό μέρος» μου λέει, συμφωνούμε. Πόσες φορές έχεις έρθει; την ρωτάω, είναι γύρω στις δέκα τωρα μου λέει κι’αυτό για να μαζέψει υλικό, ιστορίες, γεύσεις, μυρωδιές, εμπειρίες και εικόνες, για το καινούργιο της βιβλίο.

Και ύστερα μιλάμε για την Ελλάδα, πόσο της αρέσει εκεί, πως δεν αλλάζει τις ελληνικές θάλασσες με οποιαδήποτε ασιατική εξωτική παραλία. Μου μιλάει και για το σπίτι που αγόρασε στην Κρήτη, πως είναι πανέμορφο, μέσα στο πράσινο πλάι στην θάλασσα. Και ύστερα για το Λονδίνο, την φασαρία του, τον γκρίζο καιρό και το πόσο multiculture έχει γίνει. Έχουμε πιεί ήδη από δύο ποτήρια κρασί, εκείνη δεν καπνίζει, εγώ καίγομαι για ένα τσιγάρο, της λέω να φύγουμε, να κάνουμε μια βόλτα, έχει πάει ήδη 12 η ώρα, θα ξυπνήσει την άλλη μέρα νωρίς για να πάει στα κατεχόμενα, στην πόλη φάντασμα, την Αμμόχωστο. Την πηγαίνω μέχρι το σπίτι της, καληνυχτίζουμε η μια την άλλη και κλείνουμε ραντεβού για την Κυριακή.

Κυριακή. Έχουν περάσει οι 2 το μεσημέρι και πάμε για φαγητό, εγώ εκείνη και ο Σταύρος, στο Σιαντρή στην παλιά πόλη. Στην διαδρομή κάνουμε στάσεις για φωτογραφίες. Παρατηρεί το κάθε τί, τα γκραφίτι στους τοίχους, τα ερειπωμένα σπίτια, τα φυλάκια με τους εθνοφρουρούς, τις απαγορευτικές πινακίδες... «Εσείς τόχετε συνηθίσει» μας λέει και εννοεί το να ζείς με μια διαχωριστική γραμμή και ένα στρατιωτικό φυλάκιο στο τέρμα του δρόμου. «Εγώ ωστόσο δεν μπορώ παρά να ξαφνιάζομαι και να νιώθω περίεργα» συμπληρώνει και μας το λέει στα ελληνικά. «Έλα να σου δείξω αυτό το σπίτι», της λέω και την τραβάω σε μια μισάνοιχτη πόρτα που οδηγεί σε ένα από τα ερειπωμένα της πράσινης γραμμής. Απαγορεύεται να μπούμε, έχει σχετική πινακίδα έχει και ένα μικρό γκραφίτι που λέει πως είναι το «σπίτι των χασικλήδων», της το μεταφράζω, γελάμε και αποφασίσουμε να αγνοήσουμε την απαγόρευση και να κρυφοκοιτάξουμε το εσωτερικό του σπιτιού. Την βλέπω να περιεργάζεται το κάθε τί, την τεράστια σκάλα που μοιάζει λες και οδηγεί στο πουθενά, τα καταστρεμμένα παράθυρα, τα οχυρωματικά που είναι ακόμα άθικτα, την αυλή που έχει πνιγεί στο αγριόχορτο. Το βλέμμα της έχει την περιέργεια του μικρού παιδιού... «Η κάθε πόρτα είναι για να την ανοίγεις» μου λέει και μου κλείνει το μάτι. «Αλλιώς τί νόημα έχει;» λέει μετά και επισπεύδουμε το βήμα μας για να προλάβουμε τον Σταύρο.
Στο εστιατόριο την αναγνωρίζουν, μια κοπέλα εκεί είναι φανατική της αναγνώστρια τόσο που φεύγει τρεχτή να πάει, λέει στο σπίτι για να φέρει το βιβλίο να της το υπογράψει. Παραγγέλουμε φρέσκα κουκιά, τα δοκιμάζει πρώτη φορά, τρελλαίνεται, παίρνει σημειώσεις, της αρέσει να γράφει στο μπλόκ της για ωραία μέρη που έχει πάει για φαγητό…Ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου μας φέρνει καφέ και της ομολογεί πως δεν είχε χάσει ούτε ενα επεισόδιο από την σειρά “Το νησί”. “Έκλαψα πάρα πολύ”, της λέει και κείνη του λέει πως αν μη τι άλλο είχε ένα happy end.
Μια επιγραφή στον τοίχο της κινεί την περίεργεια κάποια στιγμή. Προσπαθεί να διαβάσει τί γράφει αλλά την δυσκολεύουν τα κυπριακά. «Μόνο τα ρολόγια τζε οι πελλοί δουλεύκουν συνέχεια» γράφει, ο Σταύρος της το εξηγά, το σημειώνει στο τετράδιο της ενθουσιασμένη.

Στο δρόμο προς το Χαράτσι ξανά φωτογραφίες «εδώ να με βγάλεις» μου λέει και ποζάρει μπροστά από ένα εγκατελελειμένο φυλάκιο στο μέση του δρόμου. «Να μου στείλεις αυτή την φωτογραφία» μου λέει, «στο υπόσχομαι» της απαντω, την επόμενη φεύγει και πάλι για το Λονδίνο, θα έρθει ξανά, δεν ξέρει όμως ακόμα πότε. Στο καφενείο διαλέγουμε ένα τραπέζι πλαι στην σόμπα και στο παράθυρο. «Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για το βιβλίο» της λέω και κείνη «υπακούει». «Πως αποφάσισες ότι θέλεις η ιστορία του βιβλίου θέλεις να διαδραματίζεται εδώ;» την ρωτώ. Δεν ήταν μια συνειδητή απόφαση, ήταν περισσότερο μια διαπίστωση, λέει, ότι πολλοί από τους Άγγλους αναγνώστες της δεν έχουν ιδέα για την πόλη-φάντασμα, την Αμμόχωστο. Η πρώτη φορά που η ίδια επισκέφθηκε την Αμμόχωστο ήτανε πολλά χρόνια πριν, το 1997, είχε πάθει σόκ, η εικόνα έμεινε καρφωμένη στο πίσω μέρος του μυαλού της, ήξερε πως κάποια στιγμή αυτή η εικόνα θα γινόταν η αφορμή για γράψει κάτι, δεν ήξερε όμως ακόμα τί. Και τώρα ήρθε η στιγμή. Η Κύπρος μπαίνει ξανά στην επικαιρότητα με την επανέναρξη των συνομιλιών. Και επίσης αυτό το χρόνο είναι η επέτειος των 40 χρόνων από την εισβολή. Ένιωσε λοιπόν πως κάτι γίνεται ξανά, πως το παρελθόν επανέρχεται στο παρόν με ένα διαφορετικό τρόπο.

Η ιστορία του βιβλίου της διαδραματίζεται στην Κύπρο και συγκεκριμένα στην Αμμόχωστο τη περιόδο 1972 μέχρι το 1975. «Είναι πολύ παράξενο να γράφω για ένα μέρος στο οποίο δεν μου επιτρέπεται καν να επισκεφθώ», λέει. Έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να πάρει άδεια χωρίς όμως αποτέλεσμα. «Ίσως και νάναι καλύτερα έτσι» λέει «για να αφεθώ στην φαντασία μου και να χτίσω την ιστορία». Η ιστορία της δεν βασίζεται σε πραγματικά πρόσωπα. Οι χαρακτήρες της είναι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι και τους «παρακολουθεί» πριν από το πόλεμο και μετά από αυτόν, φτάνοντας μέχρι το σήμερα. Διάβασε πολλά βιβλία, μίλησε με πολλούς ανθρώπους, μάζεψε εικόνες, και μυρωδιές και συναισθήματα. «Όταν γράφω» μου λέει είναι λες και παρακολουθώ μια ταινία, μια ταινία που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μου».

«Έχει πολιτική χροιά το βιβλίο», την ρωτώ, όχι δεν έχει μου λέει. Παραθέτει, ωστόσο, τα ιστορικά γεγονότα και ιδιαίτερα ό,τι προηγήθηκε της εισβολής ώστε να δώσει τις απαραίτητες πληροφορίες στους αναγνώστες της. Από κει και πέρα εκείνο που κάνει, λέει, είναι να δίνει ένα κομμάτι της ιστορίας μέσα από μια μυθιστορηματική γραφή, ό,τι δηλαδή έκανε και στα προηγούμενα της βιβλία. «Είναι μια πολυπλοκη ιστορία, η ιστορία αυτού του τόπου», μου λέει και σπεύδει να συμπληρώσει πως εκείνο που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι η ανάμειξη της Μεγάλης Βρεττανίας σ’αυτήν. «Με ενδιαφέρει να καταγραφεί αυτή η ανάμειξη», μου λέει.

Όταν έρχεται εδώ δεν γράφει. Συλλέγει ιστορίες και εικόνες. Πές μου μια από αυτές, της λέω. «Είχα πάει ενα βράδυ για δείπνο. Στο τραπέζι καθόμουν μεταξύ δύο γυναικών που και οι δύο ήταν πρόσφυγες από την Αμμόχωστο. Η μια αρνείται να περάσει τα «σύνορα» δεν έχει πάει δηλαδή ακόμα να δει το σπίτι της. Έχει μέσα της πολύ πόνο και θυμό. Η άλλη πήγε, γνώρισε και τους Τουρκοκύπριους που τώρα μένουν στο σπίτι της, πάει συχνά στην «άλλη πλευρά». Πέρασα αρκετή ώρα μαζί τους. Τις ρωτούσα διάφορα. Τα συναισθήματα ήταν πολύ έντονα. Και τα δικά τους και τα δικά μου. Είχε μια ιδιαίτερη φόρτιση αυτή η συνάντηση. Αυτές οι δύο γυναίκες έζησαν την ίδια εμπειρία και η κάθε μια την βίωνει ακόμα εντελώς διαφορετικά. Διερωτήθηκα τί θα έκανα εγω αν βρισκόμουν στην θέση τους. Δεν έζησα ποτέ μου τέτοια εμπειρία και ούτε κανείς Άγγλος μπορεί να συλλάβει νομίζω τί πάει να πεί να χάνεις το σπίτι σου απο την μια στιγμή στην άλλη. Ίσως και να μην μπορούσα ακόμα να σταθώ στα πόδια μου, πραγματικά δεν ξέρω. Είναι ωστόσο εκπληκτικό το πως οι άνθρωποι βρίσκουν την δύναμη όχι μόνο να επιβιώσουν αλλά να προχωρήσουν μπροστά κι’αυτό δεν το λέω μόνο σε σχέση με αυτό το συγκεκριμένο γεγονός αλλά με κάθε τι που στην ζωή έρχεται σαν μια βίαιη ανατροπή. Οι πιο δραματικές ιστορίες είναι εκείνες που συμβαίνουν στην πραγματικότητα και όχι εκείνες που χτίζει η φαντασία ενός συγγραφέα. Αυτή είναι η αλήθεια».

Μου ομολογεί πως μέσα στο βιβλίο είναι επικριτική απέναντι σε όλες τις πλευρές γιατί πιστεύει πως σε κάποιο βαθμό ολοι φέρουν ευθύνη γι’αυτή την κατάσταση. Της φαίνεται περίεργο που ακόμα αυτό το πρόβλημα δεν έχει οδηγηθεί σε μια λύση. «Είναι πολλά σαράντα χρόνια» μου λέει, «είναι πολλά για να ζεις και να μεγαλώνεις με διαχωριστικές γραμμές, εκτός κι’αν τόχετε πια συνηθίσει». Ίσως και να το έχουμε συνηθίσει, της λέω, δεν θέλω ωστόσο να αρχίσουμε μια πολιτική συζήτηση, δεν θα είχε νόημα. Προτιμώ να την ρωτήσω ποιός θα είναι ο τίτλος του βιβλίου της. «Η Ανατολή» μου λέει και χαμογελάει, «προφανώς και έχει συμβολική σημασία σε πολλά επίπεδα» μου διευκρινίζει αλλά δεν θέλει να πούμε περισσότερα γιατί σε λίγους μήνες-συγκεκριμένα τον Σεπτέμβρη- το βιβλίο κυκλοφορεί και θα ήταν κρίμα να αποκαλύψουμε περισσότερα.

Την ρωτώ αν το γράψιμο την έχει αλλάξει, αν της έχει αποκαλύψει μια άλλη οπτική γωνία απέναντι στην ζωή και στον εαυτό της. «Δεν είμαι αναλυτικός τύπος, δεν ψάχνω απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, αφήνομαι περισσότερο στις αισθήσεις και στην φαντασία μου» μου απαντά. «Η φαντασία μου δουλεύει συνέχεια» συμπληρώνει και αμέσως μετά θυμάται την φράση στο εστιατόριο. «Η φαντασία μου είναι όπως τα ρολόγια και τους τρελλούς» λέει και γελάμε ξανά. Σε λίγο πρέπει να φύγει, τελειώνουμε το τσάι μας και την αποχαιρετώ. «Την επόμενη φορά που θα έρθεις σου υπόσχομαι πως θα πάμε εκδρομή» της λέω και κείνη γνέφει καταφατικά.