( life is wonderful )

ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΑΡΑΤΣΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΤΟ ΠΛΗΡΩΣΩ

Οδός Ληδήνης. Που πάει να πεί ένα υπέροχο δρομάκι πλάι στην πράσινη γραμμή, το οποίο κάποτε ήτανε το κεντρικό σημείο της πόλης, πριν από το 60, εδώ ήτανε η αγορά, το παζάρι, εδώ συχνάζανε όλοι τους. Τώρα έχει απομείνει μόνο το «Πανδοχείο Ύπνου», ένα κακόμοιρο πια ξενοδοχείο με τιγρέ κουβέρτες και δωμάτια που μυρίζουν λεκέδες μοναξιάς. Κολλητά η νεκρή ζώνη, δηλαδή εκείνη η εκκωφαντική σιωπή με τα αγριεμένα φυτά και την παρουσία της απουσίας. Ένα δρομάκι που μόνο άν είσαι υποψιασμένος το εντοπίζεις, γιατί ξέρει καλά να διαχωρίζει τον εαυτό του από τις mainstream βόλτες όπως ξέρει πολύ καλά να καλοσωρίζει τις ακομπλεξάριστες διαδρομές.

Λίγο το μάτι σου να ζουμάρει στις λεπτομέρειες, λίγο να παίξεις με τους ήχους, τα χρώματα και τα πρόσωπα, δεν χρειάζεται κάτι περισσότερο για να αντιληφθείς πως σ’αυτό εδώ το δρομάκι είναι που συναντιούνται και συνυπάρχουν οι αντιθέσεις της πόλης. Εκείνες που της υπογραμμίζουν την πιο ενδιαφέρουσα ικανότητα της: Να χωρεί μέσα σε ελάχιστα τετραγωνικά εικόνες και ιστορίες που μοιάζουν αντιφατικές αλλά στην ουσία δεν ειναι τίποτα άλλο παρά μια ρεαλιστική κατάργηση των γραμμών μεταξύ του αλλοπρόσαλου και του κυνικού, μεταξύ του καθιερωμένου και κείνο που μάθαμε να καταχωρούμε σαν περιθωριακό. Με άλλα λόγια υπάρχουν όλα εκείνα τα συστατικά που σου ανακατεύουν την πρώτη ανάγνωση και σου υπαγορεύουν να κοιτάξεις λίγο και πέρα απο την επιφάνεια, μέχρι εκεί που φτάνει ο ήχος του Χότζα την ώρα που σμίγει με την καμπάνα και την σιωπή μιας ζώνης νεκρής, μέχρι εκεί που ανάβει το κόκκινο φως ενός μπουρδέλου και φωτίζει τα γκραφίτι νεαρών παιδιών που ψάχνουνε καλλιτεχνική ταυτότητα. Τίποτα ποιητικό σε ό,τι περιγράφω. Αντιθέτως. Είναι τόσο ρεαλιστικά όσο για να αποδεικνύουν πως αρκεί να κοιτάξεις λίγο πιο λοξά τη πραγματικότητα για να αντιληφθείς πως η ποίηση είναι μέρος μιας καθημερινότητας.

Στην άκρη του δρόμου το «Χαράτσι». Ένα καφενείο από τα παλιά. Έτσι ήτανε και τότε, με άλλο ίσως όνομα, στα μέσα της δεκαετίας του 30 αλλά και αργότερα το 68 που τόχε ανοίξει ο κ. Κώστας. Με την ίδια πόρτα, τα ίδια ίσως παράθυρα και την ροδιά που του φτιάχνει θέα. Τώρα είναι και τα βαρέλια στο πλάι, εκείνα που διαχωρίζουν, τα οποία πια είναι ζωγραφισμένα με γκραφίτι, δηλαδή χρωματιστά και χαρούμενα, τώρα είναι και το αγιόκλιμα που έχει φτιάξει ο Σταύρος, ο σημερινός ένοικος του καφενείου, ένας ποιητής μόλις 30 και κάτι χρονών που αποφάσισε μια μέρα πως θέλει να πετύχει μια άλλη επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων. Την ουσιαστική επικοινωνία του δρόμου, εκείνη δηλαδή που αναιρεί τους διαχωρισμούς και τις προκαθορισμένες ταυτότητες.

«Με ρωτάνε γιατί σπούδασα ποίηση, με ρωτάνε και γιατί αφού σπούδασα ποίηση άνοιξα καφενείο». Έτσι μου είχε πει κάποτε, όταν τον πρωτογνώρισα να ραντίζει με ένα λάστιχο το δρομο έξω από το καφενείο. Απέτυχε να βρει μια απάντηση που να ικανοποιεί τους άλλους ή μάλλον έπαψε καν να την ψάχνει. Η ιστορία του ωστόσο έχει τόσο ενδιαφέρον όσο και η ιστορία του καφενείου του.

Σπούδασε στην Βιρτζίνια, εκεί πήρε το πρώτο του πτυχίο σε μια πόλη γεμάτη ναυτικούς και χωριάτες αμερικάνους. Φυσιογνωμικά δεν ταίριαζε σε καμία από τις δύο όμαδες. Κι’υστερα πήγε στην Νέα Υόρκη, εκεί δεν ένιωθε ξένο σώμα, άρχισε να γράφει και μετά από αρκετές ανεπιτυχείς προσπάθειες τον δέχτηκαν για μεταπτυχιακό στις καλές τέχνες με έμφαση στη ποίηση. Δούλευε για χρόνια σε μια εταιρεία για γούνες, στην λεωφόρο Μάντισον, αντικαρμική την χαρακτηρίζει εκείνη την δουλειά, «από την μια δεν έτρωγα κρέας και από την άλλη μετρούσα δέρματα». Έμενε στο Μπρούκλιν, έπρεπε κάθε βδομάδα να διαβάζει ένα ποίημα του έχοντας τη απόλυτη προσοχή των άλλων 11 συμμαθητών του. Ο παππούς του-από την πλευρά της μάνας του- είχε ένα καφεκοπτείο στην Ερμού με το όνομα «Τέσσερεις Άσσοι». Η Ερμού σήμερα είναι στην άλλη πλευρά, πέρα από την πράσινη γραμμή. Ο άλλος του παππούς ήταν έμπορος κοναρίου αλλά όταν τον ρωτούσαν «τί είσαι» απαντούσε «ποιητής». Ο Σταύρος όλα αυτά τα μεταφράζει σαν σημάδια. Πάντα ψάχνει για σημάδια, είναι στο χαρακτήρα του, είναι στο τρόπο που έμαθε να παρατηρεί μέσα του και γύρω του.

Όταν γύρισε Κύπρο αποφάσισε πως δεν θέλει να ασχοληθεί με την τέχνη. Του άρεσε η παλιά Λευκωσία. Βρήκε αυτό το καφενείο στην οδό Ληδήνης. Πηγαινοερχόταν εκεί για μέρες και κάθε φορά το έβρισκε κλειστό. Το περίεργο ωστόσο ήταν πως όταν κρυφοκοίταζε στο εσωτερικό του εντόπιζε καθε φορά μια εφημερίδα της ημέρας τακτοποιημένη σε ένα από τα τραπεζάκια. Άλλαξε διάφορες ώρες «επίσκεψης» και το σκηνικό παρέμενε το ίδιο μέχρι που αποφάσισε να ξυπνήσει μια μέρα πολύ πρωί, γύρω στις 6.00, κάπου εκεί κατέφθασε στο καφενείο και βρήκε τον κ. Κώστα ένα ηλικιωμένο κύριο να κάθεται μέσα και να του αποκαλύπτει, λίγο μετά, πως είναι ο ιδιοκτήτης και πως οι ώρες λειτουργίας είναι μόνο 6-8 το πρωί, τόσο δηλαδή όσο για να εξυπηρετεί τους μαστόρους και τους εργάτες της γειτονιάς. Ο Σταύρος ενθουσιάστηκε, του ζήτησε να το αναλάβει από τις 8πμ και μετά, ο κ. Κώστας του έγνεψε πως κάτι τέτοιο δεν τον ενδιαφέρει, ο Σταύρος επέμενε, για μέρες, πήγαινε και καθότανε μαζί του και κάθε φορά του υπέβαλε το ίδιο αίτημα. Μέχρι που μια μέρα ο κ. Κώστας είπε «βαρέθηκα να επιμένεις, πάρτο και κάνε ό,τι θες».  Η ιστορία ωστόσο δεν τελειώνει εδώ. Ο Σταύρος έφυγε για ένα σύντομο ταξίδι στην Αθήνα, επέστρεψε μετά από μερικές μέρες, έτρεξε αμέσως να πάει στο καφενείο, το βρήκε ξανά κλειστό, καμία παρουσία, άρχισε να αφήνει σημειώματα κάτω από τις πόρτες, καμία ανταπόκριση, μέχρι που μια μέρα δέχτηκε ένα τηλεφώνημα. «Είμαι ο γιός του κ. Κώστα, ο πατέρα μου πέθανε πριν λίγες μέρες, μου είπε ωστόσο τί συμφωνήσατε για το καφενείο και θέλω να τηρήσω την συμφωνία». Και κάπως έτσι τον Αύγουστο του 2011 ένας ποιητής έβαλε χαράτσι στην πράσινη γραμμή και σε πολλούς άλλους «νεκρούς» διαχωρισμούς...

«Καθόμουνα για μέρες στο απέναντι πεζοδρόμιο» μου λέει «και προσπαθούσα να οραματιστώ τον εαυτό μου στο χώρο». Αυτό είναι για το Σταύρο το πιο σημαντικό. Αν μπορείς να οραματιστείς τον εαυτό σου σε ένα χώρο, τότε πάει να πει πως αυτό είναι ένα σημάδι για να προχωρήσεις. Τί ήθελες να κάνεις τον ρωτάω. Ήθελε να χτίσει μια άλλου είδους επικοινωνία. Ουσιαστική. Που να ξεπερνά τις τυπικότητες και που κυρίως να σε «αναγκάζει» να δεις και να σκεφτείς λίγο έξω από το «κουτί» σου. Ο χώρος έτσι και αλλιώς είχε από μόνος του αυτή την δυναμική, να συνθέτει τα κατ’επίφαση αντίθετα και να σμίγει ιστορίες και πρόσωπα που είναι κομμάτια του ίδιου πάζλ. Από την άλλη και ο Σταύρος έχει εκείνη την περίεργεια που τον κάνει να προσεγγίζει τον καθένα σαν μια ξέχωρη ιστορία, λες και υπηρετεί τη θεωρία πως ο καθένας μέσα του κρύβει ένα ενδιαφέρον διήγημα. Δεν μου τα λέει όλα αυτά αλλά ξέρω πως σκέφτεται. Τον έχω παρακολουθήσει μήνες να μιλάει στην Μ που είναι από την Ρουμανία, 22 χρονών και δουλεύει στο διπλανό μπουρδέλο. Και στον Σ. τον γιό της κ. Μαρίας που έχει το Πανδοχείο οποίος περιπλανιέται συνήθως με ένα μπουκάλι μπύρας και κάνει συλλογή από κομπολόγια. Τον έχω δει να αστειεύεται με τον Κ. που είναι μόνο 25 χρονών και έρχεται κάθε τόσο από το χωριό του στην πόλη για να κάνει επίσκεψη...στις κοπέλες. Τώρα κάνει επίσκεψη και στο «Χαράτσι», πίνει μια μπύρα και μιλάει στο Σταύρο για τις ιστορίες που ακούει στο αγαπημένο του ραδιοφωνικό σταθμό, τον «θρησκευτικό σταθμό να ακούς, έχει πολύ ωραίες ιστορίες για τον Χριστό και τους...συμμαθητές του». Τον έχω παρατηρήσει λοιπόν να κάνει το ρόλο του προξενητή, να γνωρίζει ανθρώπους που ίσως αλλιώς να μην έμπαιναν στον κόπο να παραδεχτούν (ή και να αποδεχτούν) πως έχουν την περιέργεια να γνωρίσει ο ένας τον άλλο.

«Αυτός εδώ, τον βλέπεις» μου λέει «ταξιδεύει 37 χρόνια με ένα σακίδιο και είναι κινητή εγκυκλοπαίδεια». Και ο άλλος; «Είναι Νιγηριανός που συχνάζει εδώ και κάθε μέρα μας διηγείται ιστορίες της χώρας του». Σε λίγο καταφθάνει και η Λ. παλιά καραβάνα της γειτονιάς, από τις πρώτες ιερόδουλες, πίνει τον φραπέ της πάντα γλυκύ και επιμένει πως η δική της ιστορία είναι η πιο ενδιαφέρουσα. Ο άλλος παραδίπλα είναι ντίτζέι σε ένα από τα πιο μπιτάτα κλάπακια της πόλης, «φοβερή φιγούρα», λεει ο Σταύρος και «η κοπέλα που βλέπεις απέναντι φτιάχνει φανέλες με σχέδια που θυμίζουν αντικείμενα της δεκαετίας του 70». Αυτό, λοιπόν, το Χαράτσι έχουν δεχτεί διάφοροι να το...πληρώσουν, συγγραφείς, μουσικοί, καλλιτέχνες, μαστόροι της γειτονιάς, στρατιώτες, περιπλανώμενοι ταξιδιώτες, τουρίστες, συνταξιούχοι...Γιατί γουστάρουνε που επιτέλους υπάρχει ένας χώρος στον οποίο μπορεί ο καθένας να διηγηθεί κάτι από την δική του ιστορία και να ακούσει κάτι από την ιστορία του αλλουνού...

Ο χώρος δεν κρίνει. Είναι ακομπλεξάριστος. Όποιος δεν γουστάρει αυτή την αλλοπρόσαλη συνύπαρξη φεύγει από μόνος του. Κανείς δεν διώχνει κανένα, το καφενείο από μόνο του έχει τα δικά του φίλτρα και φιλτράρει όσους ψάχνουν και ψάχνονται πίσω από τις...διαχωριστικές γραμμές (τις πραγματικές και του μυαλού μας). Ο Σταύρος φτιάχνει καταπληκτικά μπράντι σάουρ, είναι το σπεσιαλιτέ του μαγαζιού, βάζει και υπέροχη μουσική να παίζει στο βάθος, είναι βραδιές που παίζουνε λάιβ αγαπημένα μικρά γκρουπάκια που ταιριάζουν με τα γκραφίτι και μαγεύονται από τον ήχο του Χότζα. Είναι βέβαια και κείνοι που προσεγγίζουν με καχυποψία το χώρο γιατί δεν ανήκει στα στερεότυπα, γιατί κάπου διαγράφει το προβλεπόμενο και ποντάρει στην γοητεία του απρόβλεπτου... «Με ρωτήσανε κάποιοι αστυνομικοί», μου λέει ο Σταύρος, «γιατί έβαλα κουρτίνες, γιατί άνοιξα δίπλα στην πράσινη γραμμή, γιατί δεν διάλεξα τις πιο κεντρικές οδούς κι’αν αυτό πάει να πει πως έχω κάτι να κρύψω»...Γελάμε.

Μου δείχνει μια φωτογραφία από ένα φρή πρές που κυκλοφορεί στην Κύπρο από μια ομάδα νέων καλλιτεχνών. «Είδες αυτή την παρουσιάση» με ρωτάει, όχι δεν την είχα δει, «πετύχανε με πολύ λίγες λέξεις την σωστή περιγραφή για το τι είναι το Χαράτσι: «Ιερείς-Ιερόδουλοι, καλλιτέχνες-κακοτέχνες, άγνωστοι-αγνωστικοί, ήρωες-αντιήρωες misfit-all fit.” Συμφωνώ μαζί του. Και ύστερα τον ρωτάω πως αισθάνεται για το εγχείρημα του. «Κερδισμένος» μου απαντάει και εννοεί πως την ίδια ώρα συνθέτει και το δικό το παζλ, νιώθει ωραία που τον φιλάνε σταυρωτά όλοι πριν φύγουνε, μια κοπέλα του έφερε τις προάλλες κρέμα καραμελέ για να φάνε όλοι οι θαμμώνες και κάποιες μέρες πριν του άρεσε που έκανε το «συνοικέσιο» μεταξύ ενός παιδιού που γράφει ποίηματα και κάποιων άλλων παιδιών που έχουνε ανοίξει ένα μικρό εκδοτικό οίκο. «Κάποτε πίστευα ότι είμαστε λίγοι αυτοί που αναζητούμε μια πιο ουσιαστική επικοινωνία» μου λέει αλλά στην πορεία και μέσα από το «Χαράτσι» διαψεύστηκε. Ανακάλυψε πως ο κόσμος πάντα έχει κάτι να πει απλά δεν βρίσκει τον τρόπο και το χώρο και συνήθως εκεί που «κολλάει» είναι στις διαχωριστικές...γραμμές (τις πραγματικές και τις άλλες...του μυαλού μας)!

Λίγο πριν φύγω τον ρωτώ για το όνομα. Δεν έχει σχέση με το χαράτσι της ΔΕΗ μου λέει και χαμογελάει. Την μέρα που δέχτηκε ο κ. Κώστας να του ενοικιάσει το καφενείο, ήτανε η μέρα που πέθανε ο Παπάζογλου. Και μόλις μπήκε στο αμάξι του να φύγει από το καφενείο, στο ραδιόφωνο άρχισε να παίζει το Χαράτσι...