( life is wonderful )

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΚΟΡΤΩ

Με τον Αύγουστο γνωριστήκαμε χρόνια πριν. Κλείσαμε, θυμάμαι, ραντεβού σε ένα από τα αγαπημένα του στέκια, στην πλατεία Εξαρχείων, ήτανε καλοκαίρι, αφόρητη ζέστη, καθίσαμε απέναντι-απέναντι και πίναμε για ώρα παγωμένους φραπέδες. Απίστευτος τύπος. Ιδιόρρυθμος. Με ένα παράξενο χιούμορ και μια φοβερή παρατηρητικότητα. Έτοιμος να μιλήσει απενοχοποιημένα για τα σώψυχα του και την ίδια ώρα να παραδεχτεί τις γειωμένες αδυναμίες του.  Μου άρεσε η παρέα του, μου ιντρίκαρε την περιέργεια να τον παρακολουθώ έκτοτε στα γραφούμενα του και να του στέλνω αραιά και πού μηνύματα μέσω του facebook.

Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη και η μητέρα του έδινε να διαβάζει από μικρός ό,τι διάβαζε και κείνη. Μέχρι τα 17 του εiχε ήδη διαβάσει τα βιβλία του Μαρκήσιου ντε Σάντ και άρχισε τότε να γράφει μερικά πολύ «άγρια» διηγήματα, τα οποία τα κράτησε για ένα χρόνο στο συρτάρι του, μέχρι που μια φίλη του τον πρότρεψε να τα στείλει στις εκδόσεις Εξάντα. Κάπως έτσι άρχισαν όλα. Και κάπως έτσι μου τα διηγότανε τότε.

Όταν τον ρωτάς ποια είναι η φιλοδοξία του, απαντά με χαμόγελο πως θάθελε πολύ να γίνει ένας μεγαλειώδης αφηγητής και να τον αγαπήσουν όσοι περισσότεροι άνθρωποι στην οικουμένη.

Αυτός είναι ο Αύγουστος. Ένας υπέροχος συγγραφέας που έζησε ήδη πολλές ζωές μαζί, μέσα και έξω από τα βιβλία. Μόλις πληροφορήθηκα λοιπόν για την έκδοση του καινούργιου του βιβλίου, του έστειλα ένα email όπου του έλεγα πως είναι καιρός να συναντηθούμε ξανά, έστω κι’ αν αυτή την φορά θάτανε μέσα από την οθόνη ενός υπολογιστή. «Ό, τι θες γιαβρί μου» μου απάντησε και κόλλησε στο πλάι ένα από κείνα τα ηλεκτρονικά χαμόγελα. Πήρα τότε τον τίτλο του βιβλίου του («Ο άνθρωπος που έτρωγε πολλά) σαν αφορμή και άρχισα να τον ρωτώ για όλες αυτές τις προσωπικές ιστορίες καθημερινής παραφροσύνης, ακρότητας και αθεράπευτου πάθους, από το φαγητό μέχρι το ποτό και τον έρωτα, που αποφάσισε να τις κάνει αντικείμενο ανάλυσης και γραφής του. Έχωντας μάλιστα από την αρχή ένα δεδομένο: Πως δεν υπάρχει τίποτε πιο πολύτιμο και πιο ιαματικό για την ψυχή από το γέλιο…

 

Τι κρύβουν ή τι φανερώνουν τελικά οι καθημερινές ιστορίες παραφροσύνης, ακρότητας και αθεράπευτου πάθους; Ανθρώπους με αδυναμίες. Βεβαίως είναι καλό οι αδυναμίες τους αυτές, και η τρέλα τους, να μην ζημιώνει ούτε τους ίδιους, ούτε άλλους – ωστόσο αυτή η κατάσταση ανήκει σ’ έναν φανταστικό κόσμο. Στον δικό μας, εγώ τουλάχιστον, ως άνθρωπος με μεγάλο φορτίο τρέλας (κυριολεκτικά και μεταφορικά) κι επιρρεπής σε ακρότητες, έκανα στο παρελθόν μεγάλο κακό στον εαυτό μου, και μικρότερο (ελπίζω) σε άλλους. Το μόνο που περισώζεται απ’ την τριάδα είναι το πάθος. Το σέβομαι, ό,τι κι αν έχει ως αντικείμενό του. Κι αν κάποιος επ’ αυτού, ένεκα οι εκλογές, έχει αντιρρήσεις – λ.χ. «Και το πάθος για την ακροδεξιά;» – θα του απαντούσα ότι σέβομαι σαφώς περισσότερο τον ακροδεξιό που πιστεύει σε ό,τι ανοησία πιστεύει με πάθος και καημό και πρεμούρα, απ’ τον έμπορα που παριστάνει τον εθνικόφρονα για να πουλήσει την πραμάτεια του και να τσακώσει τη βουλευτική αποζημίωση.

Γιατί επιλέγεις να γράψεις γι’ αυτές τις ιστορίες στο τελευταίο σου βιβλίο; Διότι εν μέρει τα κείμενα αυτά αποτελούν ψήγματα μιας αυτοβιογραφίας in the progress, που εκτυλίσσεται με λιγότερο ή περισσότερο προφανή τρόπο μέσα από όλα μου τα βιβλία. Επιπλέον, καθώς απ’ το 2007, έπειτα από ένα τρομακτικό writer’s block ενός έτους, γράφω μόνον στα Αγγλικά, μετά από τόσα χρόνια γλωσσικής αυτοεξορίας δεν τολμούσα να γράψω απ’ ευθείας κάτι μεγάλο. Έτσι, χάρη και στο protagon, που μου ζήτησε κάποιο κείμενό μου, άρχισα να επισκέπτομαι το αμαρτωλό μου παρελθόν, ανασύροντας διασκεδαστικές (θέλω να πιστεύω) ψηφίδες του. Κι όσο κι αν τα κείμενα του βιβλίου μοιάζουν, λόγω του παραληρηματικού στοιχείου, με θυμικές ηφαιστειογενείς εκρήξεις, στην πραγματικότητα αποτελούν προϊόν μεγάλης κι επίπονης περίσκεψης κι επεξεργασίας.

Οι ιστορίες παραφροσύνης, ακρότητας και αθεράπευτου πάθους που εσύ ο ίδιος έχεις ζήσει, τι σου αποκάλυψαν λοιπόν και πού σε οδήγησαν; Με οδήγησαν στο χείλος της καταστροφής, πολλάκις και με ποικίλους τρόπους, και με οδήγησαν στο συμπέρασμα πως η ζωή, ακόμα και στις ακραίες πτυχές και ηδονές της, είναι πιο απολαυστική όταν βιώνεται πρωτίστως με νηφαλιότητα. Βέβαια δεν είναι μόνο το ίδιο το παρελθόν μου που με βοήθησε να ωριμάσω. Σ’ αυτό συνέτεινε περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο η αγάπη και η παρουσία του επί οκταετίας συντρόφου μου, καθώς και τα χρόνια που έχω περάσει ως ψυχαναλυόμενος.

Είναι αλήθεια ότι ο ψυχαναλυτής σε έχει περιγράψει ως πολύμορφο διαστροφικό παιδί; Μεταξύ άλλων ναι. Αλλά η λίστα είναι μεγάλη και απόρρητη.

Έχεις ωστόσο απάντηση για το τι είναι διαστροφή; Προτιμώ να χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη όπως ο Φρόιντ – χωρίς κριτική διάθεση, απλώς και μόνον ως παρέκκλιση απ’ τις συνήθεις ερωτικές νόρμες. Το ζήτημα για μένα ωστόσο δεν είναι η ταυτότητα ή η φύση της όποιας διαστροφής, ούτε καν η γενεσιουργός της αιτία, αλλά το πώς θα την χειριστεί το άτομο με το ελάχιστο βλαπτικό αποτέλεσμα, και το πού μπορεί να οδηγήσει όταν, μέσω του sublimation, γίνεται, πέρα από ηδονοθηρική, και δημιουργική.

Να υποθέσω λοιπόν ότι το γράψιμο ήταν και είναι για σένα εν μέρει και μια μορφή θεραπείας; Είναι, σαφώς, κι εξαιρετικά πολύτιμη. Μπορεί να σου αποκαλύψει πράγματα για τον εαυτό σου και τον κόσμο που ειδάλλως θα παρέμεναν κρυφά. Είναι παρηγοριά, και συντροφιά, και κρυφό ή φανερό καμάρι. Πάνω απ’ όλα, είναι μια μορφή επικοινωνίας, έστω κι έμμεσης. Ωστόσο, δεν νομίζω ότι μπορεί να υποκαταστήσει από μόνο του την ψυχοθεραπεία, όπου αυτή είναι αναγκαία.

Όλη η σχέση σου με την λογοτεχνία και το γράψιμο άρχισε  γιατί ήσουνα…ένας άνθρωπος που έτρωγε πολλά; Άρχισα να γράφω κυρίως επειδή ήμουν άνθρωπος που διάβαζε πολλά. Μεγάλωσα σ’ ένα σπίτι τίγκα στο βιβλίο, όπου έμαθα ότι η ανάγνωση είναι απόλαυση, έπειτα πέρασα μιαν εξαιρετικά μοναχική και αλαζονική εφηβεία, που μ’ εξωθούσε σε διαρκή ομφαλοσκόπηση και ανάγκη απόδρασης, και στη διάρκεια της οποίας τα βιβλία ήταν το μεγαλύτερο γιατρικό μου. Έτσι, υποθέτω ότι κάποια στιγμή εντός μου δημιουργήθηκε η επιθυμία να χαρίσω κι εγώ απόλαυση, διαφυγή και γιατρειά σε άλλους ανθρώπους. Κι έκτοτε, παρά τα χρόνια που έχουν περάσει, τόσο η ανάγνωση όσο και η γραφή (που συνεχίζονται με εξίσου φανατικούς ρυθμούς) μ’ έχουν ανασύρει πολλές φορές απ’ τον βόρβορο της απόγνωσης και της αυτολύπησης.

Παλιά μου είχες πει  πως όταν ήσουνα στο σχολείο, διάβαζες με λύσσα για να νιώσεις ανώτερος από τα άλλα παιδιά που είχανε κοινωνική ζωή. Μα ναι! Ζούσα αυτό που περιγράφει ο Σαρτρ στις Λέξεις: ένιωθα τόσο ανένταχτος και μόνος, που ο μόνος τρόπος να δικαιώσω τον ενδόμυχο αυτοθαυμασμό μου ήταν μέσω της ταύτισης με τις διάνοιες που εξερευνούσα. Κάθε ποίημα του Έλιοτ που κατόρθωνα να (μισο)καταλάβω, κάθε μυθιστόρημα του αγαπημένου μου Μπέκετ που τελείωνα με πόνο ψυχής και κεφαλής, μ’ έκαναν να νιώθω λίγο καλύτερα σε σύγκριση με τους κοινωνικούς, αθλητικούς συμμαθητές μου, και λίγο πιο βέβαιος για την αξία μου.

Λες η ενασχόληση μας με την τέχνη να ξεκινά τελικά και από κάποια δική μας ανεπάρκεια; Σαφώς. Το πιστεύω ακράδαντα: όσο πιο ισορροπημένος ο άνθρωπος, όσο πιο ελεύθερος από βαριές αδυναμίες ή/και αρρώστιες της ψυχής, τόσο μικρότερη η ανάγκη του να αφήσει κι αυτός την κουτσουλιά του στο χρυσό βιβλίο της ανθρώπινης ματαιότητας. Οι νορμάλ άνθρωποι μπορούν να απολαμβάνουν τραγούδια, βιβλία, ταινίες και ό, τι άλλο, χωρίς να νιώθουν διαρκώς τον διακαή πόθο της δημιουργίας. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι η τέχνη γεννάται χάρη σε πλεόνασμα – εγώ πάλι νομίζω ότι προκύπτει από την επίμοχθη διαχείριση ανίατων, ειδάλλως, ελλειμμάτων.

Εσύ όταν άρχισες να γράψεις έψαχνες για μια διέξοδο; Δεν θυμάμαι κάποιαν ακριβή αιτία ή αφορμή που με έκαναν να αρχίσω να γράφω. Απλώς, κάπου μέσα στο 1996 (που τώρα που το κοιτάω σαν νούμερο μου φαίνεται προϊστορία, βλ. βίσονες σε σπηλιές) βγήκαν από μέσα μου, μία-μία, οι ιστορίες των Βίτσιων. Πιθανώς να ευθύνονται ο Προυστ κι ο Σαντ, που επί ενάμισι-δυο χρόνια κατοικούσαν συγχρόνως και θορυβωδώς στο μυαλό και την ψυχή μου. Ή μπορεί να ήταν το περίφημο πλήρωμα του χρόνου για ένα ταλέντο που δεν μπορούσε πια να συγκρατείται. Το θέμα είναι ότι από κει και μετά, μου ήταν αδύνατον να σταματήσω να γράφω.

Ζώντας πολλές φορές ακραία εσύ ο ίδιος, έχεις πια μια απάντηση για το ποια είναι η ωφελιμότητα του να φτάνει ο άνθρωπος στα άκρα; Όπως κάθε τι που μας αποκαλύπτει τον πραγματικό μας εαυτό με τα σκοτεινά και φωτεινά του χρώματα (συνταιριασμένα ή αντιμαχόμενα), έτσι και οι ακρότητες μπορούν να είναι πολύτιμες. Αλλά όσο περισσότερο μένεις στα άκρα, τόσο περισσότερο φθείρεσαι (και φθείρεις).

Γιατί επιδιώκεις τότε να οδηγήσεις τον αναγνώστη σου στα δικά του άκρα; Είναι όντως ένα ζητούμενο, ίσως και το πλέον σημαντικό: η διεστραμμένη επιθυμία να τον/την οδηγήσω μπρος σ’ έναν ψυχικό ή αισθηματικό καθρέφτη που αποφεύγει. Να προκαλέσω την ταύτιση με χαρακτήρες και πάθη που στην εκτός βιβλίου πραγματικότητα δεν θα διανοείτο να πλησιάσει.

Απολαμβάνεις να σοκάρεις τον αναγνώστη σου με το να του αφηγείσαι θέματα που του προκαλούν αμηχανία ή και αποστροφή. Το απολαμβάνω, ναι – με μια παιδιάστικη (ή και παιδαριώδη χαρά). Δεν ξέρω γιατί νιώθω αυτή την επιθυμία, αυτή την ανάγκη να ξεγυμνωθώ και να ξεγυμνώσω. Ίσως είναι η ακραία έκφανση πλησιάσματος ενός βαθύτατα προβληματικού ψυχισμού, που δεν ξέρει να επικοινωνεί παρά μόνο μέσω πληθωρικών εκρήξεων. Ωστόσο, δεκατρία χρόνια μετά την έκδοση του Βιβλίου των βίτσιων, εξακολουθώ να σκανδαλίζομαι με την προοπτική να σκανδαλίσω.

Έχεις περάσει και μέσα από πολύ σκοτεινές διαδρομές…Κατάθλιψη κτλ. Τι σου έχουν μάθει αυτά τα σκοτάδια; Η κατάθλιψη είναι μια εξαιρετικά ύπουλη νόσος. Μέσω της αυτομομφής, και της κουβέρτας ανασφαλούς ασφάλειας που δημιουργεί, καθώς και με τον τρόμο της αναπόδραστης μονιμότητάς της, μπορεί να καθηλώσει ανθρώπους σε μεγαλύτερο βαθμό και για περισσότερο χρόνο από πολλές άλλες βαριές αρρώστιες. Εγώ έμαθα, the hard way, ότι έχω μια διαταραχή του συναισθήματος, η οποία χρήζει ψυχιατρικής παρακολούθησης και φαρμακευτικής αγωγής – που με ευεργέτησαν αμφότερες. Επίσης, έμαθα, για ακόμα μια φορά, πόσο σωτήρια μπορεί να αποβεί η τέχνη.

Και πόσο σωτήριο για την ψυχή μπορεί να αποβεί το γέλιο; Το γέλιο είναι το πιο ιαματικό για την ψυχή. Διότι ξορκίζει, έστω και φευγαλέα, τη ζοφερή βεβαιότητα του θανάτου. Διότι είναι ένα γάργαρο κελάρυσμα ευτυχίας που σε παρασύρει όπου θέλει κι όπου θες. Διότι φέρνει τους ανθρώπους τόσο κοντά όσο κι ο έρωτας.

Είναι αλήθεια ότι μια λεπτή γραμμή μας χωρίζει όλους από την παραφροσύνη; Λεπτότατη. Αν και δεν είναι κακό να την δρασκελίζουμε πότε-πότε

Και αυτό που ζούμε γύρω μας εσύ το χαρακτηρίζεις σαν ζούγκλα; Είναι μια ζούγκλα η πραγματικότητα. Ζούγκλα την καθιστούν αφενός οι δυσκολίες της ζωής και αφετέρου το αναπόδραστο φάσμα του θανάτου. Ευτυχώς που υπάρχει ο θηριοδαμαστής έρωτας και ο εξορκισμός της αγάπης που διώχνει όλα τα στοιχειά.

Και ποιοι παραδίνονται στην ζούγκλα της πραγματικότητας; Όλοι μωρέ εκεί μέσα (ή έξω) βολοδέρνουμε. Ναι, σαφώς υπάρχουν τόσες πραγματικότητες όσοι και άνθρωποι αλλά όλοι έχουμε ανάγκη από κοινές αναφορές, πάθη και τη συντροφιά άλλων ανθρώπων που μας μοιάζουν και τους μοιάζουμε.

Πώς νιώθεις για όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω σου σήμερα; Θλίψη, καμιά φορά και απελπισία. Μου περνάει, όμως. Είμαι τόσο βαθιά απαισιόδοξος ως προς το ίδιο το φαινόμενο της ύπαρξης (είμαι σχεδόν πεισμένος πως είναι συμπτωματική, και για τούτο μάταιη), που μπορώ να αισιοδοξώ για τον άνθρωπο. Κάποια στιγμή η αθλιότης που ζούμε θα κοπάσει, ή θα λάβει ηπιότερες μορφές, ή τελοσπάντων θα εξοικειωθούμε μαζί της και δεν θα μας πληγώνει τόσο – που δεν είναι κακό. Κανείς δεν θέλει να περιφέρει πληγές που δεν τελειώνουν και δεν κλείνουν.

Στο βιβλίο σου μιλάς για ηλίθιους και e-λίθιους. Ποιοι είναι οι ηλίθιοι και οι e-λίθιοι; Εγώ ενίοτε εμπίπτω και στις δύο κατηγορίες, συγχρόνως ή εναλλάξ. Στα μύχια της ψυχής μας, ηλίθιοι είναι όσοι διαφωνούν μαζί μας. Αλλά για να επιστρέψω στον νεολογισμό, η σχέση μου με την τεχνολογία και τα προϊόντα της, όσο κι αν τα ευγνωμονώ, υπήρξε πάντα προβληματική. Φανταστείτε ότι στο σπίτι έχουμε εδώ και 2 χρόνια ένα media player, κι ακόμα δεν έχω μάθει πώς να το χειρίζομαι. Και μόνο που βλέπω το μικροσκοπικό του τηλεχειριστήριο, με πιάνει τρόμος.

Εσύ τι θες από την ζωή; Άλλα 50-60 χρόνια συζυγικής ευτυχίας. Παιδιά. Μεγαλύτερη αναγνώριση και άρα ευκολότερο βιοπορισμό. Μ’ αυτή τη σειρά.

Έχεις πράγματι την φιλοδοξία να γίνεις ένας μεγαλειώδης αφηγητής και να σε αγαπήσουν όσοι περισσότεροι άνθρωποι στην οικουμένη; Εννοείται. Ίσως γι’ αυτό κι άρχισα να γράφω στα Αγγλικά – διότι, αν και δεν έχω βρει ακόμα εκδότη στην αγγλόφωνη αγορά (και πιθανώς να μη βρω ποτέ, κι απλώς να αφήσω ένα μπαούλο σαν του μακαρίτη του Πεσσόα)- για να συνομιλώ, έστω και φαντασιωσικά, με μεγαλύτερο κοινό.

Τι έγινε το 99 και τότε λες πως ξαναγεννήθηκες; Εκδόθηκε το πρώτο μου βιβλίο, κι ο Αύγουστος Κορτώ έγινε από φαντομάς υπαρκτό πρόσωπο, ο νέος μου εαυτός.