( life is wonderful )

ΑΡΚΕΙ ΠΟΥ ΠΡΟΛΑΒΑΜΕ

«Αγκάλιασε το» μου είπε και χαμογέλασε συνωμοτικά, κοιτώντας προς την μεριά του δέντρου με τις κόκκινες φλόγες. Ξάπλωνε πάνω σε κείνη την μπλέ ριγε αιώρα που πασκίζαμε όλο το προηγούμενο απόγευμα να την στερεώσουμε στον κορμό του. Έτσι, όμως, τόχαμε υποσχεθεί. Πώς κάποια στιγμή δεν θα πηγαίναμε πουθενά αλλού, παρα μόνο θα ξαπλώναμε κάτω από αυτό το δέντρο πάνω σε μια μπλε αιώρα και θα χαζεύαμε τα δύο ματάκια του ουρανού.
«Γιατί δεν το αγκαλιάζεις», επέμενε και έμοιαζε λες και στην φωνή του είχε κρυφτεί ένα από κείνα τα αστέρια που όλο το προηγούμενο βράδι τα βλέπαμε να διασχίζουν τον αέρα και να χάνονται κάπου μέσα στο σκοτάδι του ωκεανού.
«Ξέρεις πώς όλα αυτά τα αστέρια που κοιτάμε δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα;» του είπα
«Στην πραγματικότητα ποιού;» μου απάντησε.
«Στην πραγματικότητα εκείνη που λέει πως έχουνε πεθάνει εδώ και χρόνια αλλά εμείς τα βλέπουμε γιατί δεν έχει φτάσει ακόμα κοντά μας η πληροφορία του θανάτου τους»
«Άρα στην δική μου πραγματικότητα εξακολουθούνε να φωτίζουνε τον ουρανό» μου απάντησε.
Δεν είπαμε τίποτα άλλο για τα αστέρια. Τα κοιτούσαμε όμως όλο το βράδυ. Να πέφτουνε και να χάνονται κάπου στον αέρα την ίδια ώρα που μικρές νυχτερίδες πετούσανε πάνω από τα κεφάλια μας.
Κάθισα πλάι του στην παλιά κουνιστή καρέκλα και άφησα τον αέρα να μου σηκώνει το φουστάνι γιατί ήθελα μια κίνηση, μια τόσο δα χειρονομία, μια αδιόρατη λεπτομέρεια που να μοιάζει τυχαία. Την ήθελα σαν επιβεβαίωση πως ζούμε μαζί εκείνη την ταινία. Την ταινία που είχε δει μικρός και ήταν αυτή που τον έκανε να πάρει όρκο πως θα κόβει τις μαγικές στιγμές σε μικρά καρέ καρέ, τόσο μικρά που να χωράνε στην θήκη των γυαλιών του παππού του. Αυτή η θήκη ήταν το μοναδικό πράγμα που ζήτησε μετά το θάνατο του, ίσως γιατί ένιωθε, από ένστικτο περισσότερο παρά από βίωμα, πως μέσα σε μια θήκη γυαλιών είναι που μένει η μυρωδιά από τον τρόπο που διαλέγεις να βλέπεις την ζωή. Ένα μικρό σύμβολικό κουτί ήταν για κείνον η θήκη και γι’αυτό ήθελε εκεί μέσα να κρατάει φυλαγμένα τα μαγικά του. Μέχρι να καταφέρει κάποτε να τα φορέσει στα μάτια του και να κοιτάει την ζωή, μέσα από κείνο το βλέμμα που ξέρει πια να διακρίνει τα μαγικά.
«Δεν τόξερα» μου είπε και δεν ρώτησα τί δεν ήξερε γιατί γνώριζα πως είναι δύσκολο να πιστέψεις σε ένα αστέρι όταν επικρατεί η εκδοχή που υποστηρίζει την ανυπαρξία του. Ούτε και γω ήξερα πως η ευχή έχει τελικά την δύναμη να νικάει το φόβο, άργησα να το δω να συμβαίνει ή μάλλον άργησα δείξω εμπιστοσύνη στις ευχές γιατί επέλεγα πάντα την άλλη εκδοχή, εκείνη που υποστήριξε την ανυπαρξία τους.
«Αγκάλιασε το, λοιπόν», μου είπε και κράτησε λίγο την άκρη του φουστανιού μου λες και ήθελε να συντονιστεί με το φως του αυγουστιάτικου φεγγαριού. Δεν μπορούσα παρά να υπακούσω στην παράκληση του γιατί ήτανε από κείνες τις παρακλήσεις που συμπυκνώνουν όλο το αίνιγμα του ανεξήγητου μέσα τους και σπάζουνε μ’αυτό τις νόρμες που μας κρατάνε ξέχωρους από τις κόκκινες φλόγες ενός δέντρου. Πέρασα, τότε, τα δύο μου χέρια γύρω από το κορμό του και το κράτησα σφικτά. Ένιωσα το φλοιό του πάνω στο δέρμα μου κι’υστερα ένιωσα και τα μυρμηγκια που περπατούσανε πάνω του σαν σε νυχτερινή περιπολία.
«Έτσι θέλεις να το αγκαλιάσω» τον ρώτησα.
«Έτσι ακριβώς» μου απάντησε και χαίδεψε τα φύλλα του που πέφτανε πάνω στην αιώρα.
«Ίσως όταν πεθάνουμε» είπε αμέσως μετά « να πρέπει μας θάψουνε εδώ κάτω από αυτό το δέντρο».
«Γιατί εδώ;» τον ρώτησα
«Γιατί εδώ είναι που βγαίνουνε οι κόκκινες φλόγες και γίνονται λουλούδια. Είναι όπως εκείνο το τραγούδι...Το θυμάσαι εκείνο το τραγούδι...Ετσι και μεις! Ήπιαμε όλο το κρασί που φτιάξαμε από το κορμό ενός κόκκινου δέντρου και καταφέραμε επιτέλους να αφεθούμε σ’αυτή την υπέροχη ελευθερία της αστάθειας...»
Δεν είπα λέξη. Τον άκουγα να μιλά και εξακολουθούσα να έχω την αίσθηση πως στην φωνή του ήταν κρυμμένο ένα από κείνα τα αστέρια που κοιτούσαμε να διασχίζουνε τον άερα το προηγούμενο βράδυ.
«Δεν μπορώ να ζω αλλιώς» του είπα λίγο μετά.
«Ούτε και γω» μου απάντησε.
Και δεν είχε καμία απολύτως σημασία αν αυτό που μας φώτιζε το βράδυ ή και όλη την υπόλοιπη ζωή μας ήταν χιλιάδες αστέρια που είχανε ήδη πεθάνει. Αρκεί που προλάβαμε. Αρκεί που είχαμε προλάβει να πιστέψουμε στις ευχές.