( life is wonderful )

ΑΡΗΣ ΣΕΡΒΕΤΑΛΗΣ

Δώδεκα το μεσημέρι και τον βρήκα να κάθεται κάτω από τον ήλιο με ένα μαύρο μπλουζάκι και μαύρα γυαλιά ηλίου. «Δεν έχεις σκάσει από την ζέστη;» τον ρώτησα παρότι είχα πλήρη συναίσθηση ότι αυτή δεν θάπρεπε να ήταν η πρώτη ατάκα της γνωριμίας μας. Δεν ξέρω το γιατί, αλλά πριν καν τον συναντήσω, διαισθανόμουνα πως θα υπήρχε μεταξύ μας μια οικειότητα. Λες και γνωριζόμασταν καιρό ή λες και δεν είχε καμία σημασία να γνωρίζει ο ένας για τον άλλο περισσότερα, ώστε να κυλήσει ωραία η κουβέντα μας. Λοιπόν; του είπα και κείνος χαμογέλασε. Όχι δεν τον πείραζε, αντιθέτως, του άρεσε να αισθάνεται τον ήλιο στο πρόσωπο του, εγώ θα διαλέξω σκιά, του είπα, δεν εφερε αντίρρηση, «όταν γίνει ανυπόφορη η ζέστη θα καθίσω και γω στην δική σου μεριά», είπε εκείνος και κάπως έτσι ξεμπερδέψαμε με τους προλόγους και τις συστάσεις.
Το ίδιο βράδυ θα εμφανιζόταν στο Ριάλτο, γι’αυτό ήρθε άλλωστε, για την παράσταση «Ο Ιβάν και τα σκυλιά του», ένα θεατρικό εμπνευσμένο από την αληθινή ιστορία του Ιβάν Μισούκοφ, ο οποίος το 1996, σε ηλικία 4 χρονών το έσκασε από το σπίτι γιατί τον κακοποιούσε ο πατριός του και έζησε για δύο τρία χρονια στους δρόμους της Μόσχας μαζί με μια αγέλη σκύλων. «Είναι από κείνες τις ιστορίες όπου η πραγματικότητα κοροιδεύει την φαντασία;» τον ρώτησα δανειζόμενη μια δική του φράση. Μου έγνεψε καταφατικά, θάθελα να είχε βγάλει τα γυαλιά ηλίου του, νάβλεπα εκείνο το έντονο βλέμμα που έχει, να διαβάζω τα μάτια του, μα ο ήλιος μας νίκησε, όπως νικάει πολλές φορές η πραγματικότητα την φαντασία... «Η ζωή γράφει τα καλύτερα σενάρια», μου είπε λίγο μετά και κοιταχτήκαμε στα μάτια πίσω από τα γυαλιά μας λες και συνενοηθήκαμε ήδη ότι η κουβέντα μας δεν θα ήταν ούτε για τον Ιβάν, ούτε για τα σκυλιά του, αλλά για το πως προετοιμάζεται κανείς για το απρόσμενο...

Γιατί χαρακτηρίζουν αυτό το θεατρικό σαν ένα ακραίο παραμύθι; τον ρώτησα και κείνος πρώτα σήκωσε τους ώμους του προς τα πάνω και μετά μου είπε πως δεν έχει ιδέα. «Ίσως γιατί δεν μπορούμε να αποδεχτούμε πως ορισμένα σκληρά γεγονότα που γίνονται στην καθημερινότητα μας είναι αληθινά», μου είπε μετά, σαν μια πρώτη εξήγηση. Μιλούσε χαμηλόφωνα και οι κινήσεις του ήταν λεπτεπίλεπτες, ίσως γι’αυτό να ευθύνεται το ότι είναι και χορευτής, σκέφτηκα αν και λίγο μετά συνειδητοποίησα πως όλα πάνω του, ο τρόπος ομιλίας του, το βλέμμα του, οι λέξεις που διάλεγε, ο τόνος της φωνής του, εξέπεμπαν μια αρμονία. Είναι από τους ανθρώπους που μόλις τον γνωρίσεις δεν θες να τον ρωτήσεις σχεδόν τίποτα για τους ρόλους του, θες να σου μιλήσει για την ζωή του, όπως όταν γνωρίζεις ένα άνθρωπο με τον οποίο κάνεις χημεία και θες να γίνει κολλητός σου. Έτσι είναι ο Άρης Σερβετάλης ή τουλάχιστον αυτή ήταν η αίσθηση που άφησε σε μένα εκείνο το μεσημέρι της Παρασκευής.
Είναι πολλές φορές που η πραγματικότητα ξεπερνά την φαντασία μας, έκανα σχόλιο στα δικά του λόγια, συμφώνησε ξανά και ύστερα συμπλήρωσε πως «συμβαίνουνε κάποια πράγματα στην ζωή που λες πως αν ήτανε σενάριο κινηματογραφικό ή θεατρικό, κανείς δεν θα το πίστευε. Γι’αυτό σου λέω...η ζωή γράφει τα καλύτερα σενάρια». Σούχει τύχει; τον ρώτησα και με κοίταξε με κείνο το ύφος που πρόδιδε πως σε όλους τυγχαίνει. «Η ζωή είναι απρόβλεπτη», μου είπε, σε τρομάζει ή σε ανακουφίζει αυτή η διαπίστωση τον ρώτησα, όχι δεν τον τρομάζει, απάντησε. Απλά τον κάνει να συνειδητοποιεί πως χρειάζεται μια προετοιμασία. Τί προετοιμασία; «Όσο μπορείς πρέπει να προετοιμάζεσαι πνευματικά και ψυχικά για το απρόσμενο γιατί ποτέ δεν ξέρεις τί μπορεί να συμβεί. Άλλωστε είμαστε με ημερομηνία λήξης. Το μόνο σίγουρο που έχουμε είναι ο θάνατος». Έτσι ακριβώς. Η μόνη μας βεβαιότητα είναι ο θάνατος, επανάλαβα και ύστερα τον ρώτησα πως προετοιμάζεται κανείς για το απρόσμενο. «Μόνο πνευματικά μπορείς να προετοιμαστείς» μου είπε. «Προσωπικά θεωρώ ότι ο θάνατος είναι μια παροδική περίοδος» είπε αμέσως μετά. Τί εννοείς; Εννοεί πως «ο άνθρωπος δεν πεθαίνει, η ψυχή του δηλαδή είναι κατασκευασμένη για νάναι αιώνια».

Παράξενη αρχή για μια συνέντευξη, του είπα χαμογελώντας παρότι μου άρεσε έτσι όπως κυλούσε η κουβέντας μας, δεν ήξερα ωστόσο αν τούπεφτε κάπως βαριά μέσα σ’αυτό το ζεστό καλοκαιριάτικο μεσημέρι. Είχα διαβάσει διάφορα για κείνον πριν τον συναντήσω και ομολογώ πως με είχαν ιντρικάρει πολλές του παραδοχές, οι οποίες μαρτυρούσαν πως είχε ήδη διανύσει ένα δικό του εσωτερικό ταξίδι. Κι’αυτό ήθελα νάναι η επόμενη ερώτηση μου. «Μπήκα σε αυτό το ψάξιμο κυρίως μέσα από την Ορθοδοξία» μου είπε και γω θυμήθηκα μια παλαιότερη του φράση, την οποία είχα σημειώσει με κόκκινο μαρκαδόρο γιατί την είχα βρεί ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Είχε πει πως πιστεύει στην Ορθοδοξία γιατί είναι η απόλυτα αναρχική θρησκεία. Η απόλυτη αναρχική θρησκεία; τον ρώτησα και ήθελα να μου εξηγήσει τί ακριβώς εννοεί. «Εννοώ ότι η Ορθοδοξία σου μαθαίνει πως πρέπει πρώτα να επαναπροσδιορίσεις τον εαυτό σου και να κάνεις τις αλλαγές εντός και μετά να μπεις στην διαδικασία να θεωρείς ότι πρέπει να αλλάξουνε τα πράγματα γύρω σου. Ο καθένας έχει την ευθύνη του εαυτού του, πρέπει, λοιπόν, πρώτα εσύ να αλλάξεις και μετά οι υπόλοιποι. Αυτό νομίζω ότι είναι το απόλυτα αναρχικό πράγμα και το πιο δύσκολο». Το πιο εύκολο τί είναι; «Να πεις πως φταίει ο άλλος παρά να ψάξεις μέσα σου να δεις που μπορεί να φταις εσύ και τί μπορείς να αλλάξεις και τί δυναμη μπορείς να αντλήσεις για να έχεις μια κάποια ανοχή». Όλα αυτά που λές προυποθέτουν μια πολύ μεγάλη υπέρβαση, σχολίασα. «Ο άνθρωπος είναι κατασκευασμένος για να κάνει την υπέρβαση του, αλλιώς δεν ολοκληρώνεται. Πρέπει να τείνει προς την υπέρβαση του» μου απάντησε. Πως αποφάσισες να ασχοληθείς με την Ορθοδοξία; τον ρώτησα. «Ξέρω τί σκέφτεσαι» μου είπε και πριν προλάβω να διερωτηθώ συνέχισε την φράση του. «Πως πολλοί το θεωρουν παλιομοδίτικο, αυτό δεν σκέφτεσαι;». Δεν έφερα αντίρρηση. «Για μένα έχουνε συμβάλει πολλά που με οδηγήσανε σε αυτό το δρόμο. Μπήκα σε αυτή την διαδικασία για πολλούς λόγους». Και αυτή η διαδικασία σε άλλαξε; Ναί τον άλλαξε σε όλα, παραδέχεται. Στα πάντα, υπογραμμίζει. Από το πώς αντιμετωπίζει το ελάχιστο μέχρι το μέγιστο. Άλλαξε όλος ο τρόπος σκέψης του.

Δεν είχε βλέψεις να γίνει κάτι στην ζωή του. Μεγάλωσε στο Κουκάκι και μικρός δεν έβλεπε ούτε θέατρο, ούτε σινεμά, τίποτα από όλα αυτά. Το μόνο που ήθελε ήτανε να κάνει περιστασιακές δουλειές το χειμώνα, να μαζεύει λίγα χρήματα και το καλοκαίρι να γυρνάει τα νησιά. Μια φίλη του, ωστόσο, του άλλαξε τις προβλέψεις. Γιατί δεν πάς να δώσεις εξετάσεις για ηθοποιός του είπε, δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει εκείνη την εποχή και έτσι δέχτηκε να δοκιμάσει την ιδέα. Όταν μπήκε στην σχολή συνειδητοποίησε σιγά σιγά ότι αυτό το παιγνίδι-έτσι το αποκαλεί- τον ελκύει. Τα λέω καλά; τον ρωτώ και κείνος γνέφει καταφατικά, τί ακριβώς σου άρεσε μπαίνοντας στην σχολή; τον ρωτώ και κείνος απαντάει: «Μου άρεσε η ιδέα ότι θα δουλεύω κάνοντας παιγνίδια, δηλαδή θα με πληρώνουμε για να παίρνω μέρος σε παιγνίδια και να βιώνω την παιδική μου ηλικία. Είναι πολύ ωραίο πράγμα δεν είναι;». Είναι. Και μετά; «Μετά είδα ότι αυτό το παιγνίδι έχει και πολύ ωραίες και πολύ βαθειές προεκτάσεις. Είναι ένα παιγνίδι μαγικό». Και ποιές είναι αυτές οι βαθειές προεκτάσεις; «Είναι ένα πολύ ισχυρό βήμα η θεατρική σκηνή για να εκφράσεις ή να αφηγηθείς μια ιστορία με τον δικό σου τρόπο. Και αυτή η διαδικασία του πώς θα αφηγηθείς μια ιστορία σε βάζει σε ένα διαφορετικό τοπίο. Σε αυτό το τοπίο ανακαλύπτεις πτυχές του εαυτού σου που ίσως να μην είχες ανακαλύψεις αλλιώς». Τί προυποθέτει όλη αυτή η διαδικασία; «Να είναι οι δέκτες σου ανοιχτοί. Να είσαι έτοιμος να εισπράξεις και να δώσεις». Και υποθέτω να μην παίρνεις και πολύ στα σοβαρά τον εαυτό σου, κάνω σχόλιο χωρίς να είμαι σίγουρη πως θα το εισπράξει. Συμφωνεί απόλυτα γιατί πιστεύει πως η σοβαροφάνεια είναι μια επικίνδυνη παγίδα, «όταν αισθανθείς ότι κάτι κατάφερες, άρα ότι έγινες κάτι τότε πέφτεις στην παγίδα που είναι ένα βαθυ πηγάδι χωρίς φως, κλείνεσαι εκεί μέσα και σκας». Μετά από κείνο το εσωτερικό σου ταξίδι, το οποίο σε άλλαξε πως βλέπεις την τέχνη σου; τον ρωτώ για να επανέλθουμε στο σημείο όπου είχαμε μείνει. «Η τέχνη δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι ένα μέσο. Και αυτή η συνειδητοποίηση σου δίνει μεγάλη ελευθερία γιατί το άλλο, σου δημιουργεί μια περίεργη πίεση που δεν υπάρχει κανένας λόγος να υπάρχει». Η τέχνη είναι ένα μέσο για ποιό πράγμα; «Για την εξέλιξη του ανθρώπου, της προσωπικότητας σου, του χαρακτήρα σου». Και το άλλο ποιό είναι; «Το άλλο είναι να σου γίνεται αυτοσκοπός. Θα μπορούσα να το παρομοιάσω με αυτους που αγοράζουνε ένα αμάξι και κάθε πρωί το καθαρίζουνε, το φροντίζουνε, το γυαλίζουνε, κοιμούνται μέσα, του μιλάνε (γέλια), ξέρεις τί εννοώ...Ενώ το αμάξι είναι απλά ένα μέσο που σε οδηγεί στο προορισμό σου και τίποτα παραπάνω». Έτσι και η τέχνη λοιπόν. Είναι ένα μέσο που σε οδηγεί στον προορισμό σου. Και ποιός είναι ο προορισμός σου; «Να εξελίσσεσαι σαν άνθρωπος. Να γίνεσαι καλύτερος».

Όταν έγινε εκείνος ο χαμός με το «Είσαι το ταίρι μου» φρίκαρε. Τον έπιασε κάτι σαν αγοραφοβία. Γι’αυτό και αποφάσισε να αποτραβηχτεί για 2-3 χρόνια. Ήτανε μια εποχή όπου ένιωθε να βρίσκεται στο μεταίχμιο. Δεν ήξερε άν ήθελε να παρατήσει την υποκριτική ή όχι. Τα παράτησε λοιπόν όλα και πήγε και έφτιαχνε καταστρώματα σκαφών. Τί ήταν αυτό; Μια κρίση; τον ρωτώ. Όχι δεν ήτανε κρίση, απλά θεωρεί ότι πρέπει να παίρνει μια απόσταση η οποία ειδικά τότε ήταν κάτι περισσότερο από άμεση ανάγκη. «Συνειδητοποίησα», μου λέει, «πως η τηλεόραση είναι ένα πολύ ισχυρό μέσο και δεν μπορούσα να διαχειριστώ όλη αυτή την αναγνωρισιμότητα που μου είχε δώσει. Δεν ήξερα τί πάει να πει αναγνωρισιμότητα και όταν ξαφνικά κατάλαβα τί εστί, αισθάνθηκα άβολα. Ήθελα να είμαι σε μια αφάνεια, να παιρνώ απαρατήρητος, μόνο έτσι μπορούσα να συνεχίσω την δική μου έρευνα. Έπρεπε να κουμαντάρω τον εαυτό μου». Έχασες την ισορροπία σου δηλαδή; «Κουνήθηκαν λίγο τα νερά και έπρεπε να περιμένω πάλι για την απανεμιά», μου λέει. Δεν είναι καθόλου εύκολο αυτό που έκανες, του λέω και εννοώ πως προυποθέτει δύναμη να διαχωρίσεις τον εαυτό σου από κείνο που σου συμβαίνει. «Εκείνη την στιγμή δεν το σκέφτεσαι λογικά» μου λέει εκείνος «ακούς το μέσα σου και προχωράς». Και το να ακούς το μέσα σου προυποθέτει δύναμη, επιμένω. «Προυποθέτει αλλά μερικές φορές φτάνεις σε τόσο οριακό σημείο που το μέσα σου φωνάζει τόσο δυνατά ώστε είναι αδύνατο να κλείσεις τα αυτιά σου». Καταλαβαίνω απόλυτα τί εννοεί. Ήθελες πράγματι να τα παρατήσεις όλα; ρωτώ. «Όταν βρίσκεσαι σε τέτοια περίοδο απομάκρυνσης», λέει «αισθάνεσαι ότι θες να τα παρατήσεις αλλά μόλις έρθεις πάλι σε μια ισορροπία θυμάσαι ότι αυτό που κάνεις σου αρέσει, μένει να βρεις το διαφορετικό εκείνο τρόπο για να το κάνεις ώστε να αισθάνεσαι καλά. Και κάπως έτσι ξαναμπαίνεις στο...παιγνίδι».

Ένα τηλέφωνο του σκηνοθέτη Γιώργου Λάνθιμού ήταν εκείνο που τον έβαλε ξανά πίσω στο παιγνίδι. Του πρότεινε να παίξει στην «Κινέττα», έτσι και έγινε, μετά ακολούθησαν οι παραστάσεις του Δημήτρη Παπαιωάνου, το «2» και η «Μήδεια», ήταν πολύ ωραία η διαδικασία προετοιμασίας του «2» μου λέει, πολύ έρευνα, πολλά εργαστήρια, πολλοί αυτοσχεδιασμοί, πρωτόγνωρες συνθήκες για τα ελληνικά δεδομενα, λέει. «Είχες πει ότι ο πιο σημαντικό που έμαθες με τον Παπαιωάννου είναι το πώς να διαχειρίζεσαι την ενέργεια σου» του θυμίζω. Πράγματι, έτσι ήταν, μου απαντάει και μου εξηγεί: «Ο Παπαιωάννου είναι ένας μεγάλος καλλιτέχνης και η φιλοσοφία του πάνω στην κίνηση έχει να κάνει με το πώς μετατοπίζεις το βάρος σου μέσα στο σκηνικό χώρο, ακόμα και στην πιο μικρή σου κίνηση. Επομένως σε μαθαίνει να διαχειρίζεσαι το σώμα σου και στην παραμικρή λεπτομέρεια. Ήταν μεγάλο σχολείο για μένα εκείνη η περίοδος» καταλήγει και γω του λέω πως βρίσκω σημαντικό και το ότι μετά από κείνη την αποχή, επανήλθε με αυτές τις τόσο ουσιαστικές δουλειές. Ήταν ευτύχημα, λέει παρότι συμφωνούμε και οι δύο πως τίποτα τυχαίο και πώς οι επιλογές του αυτές προδίδουν πως είχε καταφέρει να βρεί τον δικό του δρόμο. «Ήθελα να ξαναπιάσω την κατάσταση από την αρχή, για τους λόγους που με ενδιέφερε αυτό το παιγνίδι» μου λέει, τα κατάφερες, σχολιάζω και κείνος δεν λέει τίποτα. Πώς νιώθεις τώρα; τον ρωτώ. «Βρίσκομαι σε ένα δρόμο» μου λέει «ο οποίος έχει πυκνή βλάστηση, επομένως πρέπει να ανοίγεις συνέχεια τα φύλλα για να βρεις το μονοπάτι και εκεί που πιστεύεις πως βρίσκεσαι σε αδιέξοδο, συνειδητοποιείς ότι πάντα υπάρχει ένα δρομάκι από όπου μπορείς να προχωρήσεις. Σε αυτή την φάση είμαι λοιπόν. Να βρώ το μονοπάτι μου».

Ο τρόπος που μου μιλάει, οι γειωμένες του απόψεις και η ενδιαφέρουσα αυτή οπτική γωνία από την οποία επέλεξε να κοιτάζει την ζωή και την τέχνη του με κάνουν να διερωτώμαι άν έχει προσβληθεί ποτέ από τον ιό της ματαιοδοξίας. Σαφώς και έχει, αλοίμονο, έτσι μου λέει, προσπαθεί ωστόσο να την διαχειριστεί γιατί είναι πολύ λεπτή εκείνη η γραμμή που χωρίζει την έγνοια του να θέλει να είναι καλός σε αυτό που κάνει από την έννοια της ματαιοδοξίας. Τί είναι εκείνο λοιπόν που σε ενδιαφέρει να κάνεις μέσα από την τέχνη σου; τον ρωτώ. «Από την στιγμή που έχω σταματήσει να βλέπω την τέχνη σαν αυτοσκοπό» μου λέει «εκείνο που προσπαθώ είναι κάθε φορά μέσα από μια δουλειά, είτε αυτή βρίσκεται στο χώρο της τέχνης, είτε εκτός από αυτήν, να μπορεί να με διαμορφώνει σαν άνθρωπο. Η εξέλιξη πρέπει νάναι πρώτα η ανθρώπινη και μετά η καλλιτεχνική». Διαχωρίζονται αυτά τα δύο; απορώ. «Δεν διαχωρίζονται αλλά από την άλλη δεν ξέρω αν ένας πολύ καλός καλλιτέχνης είναι πάντα και ένας πολύ καλός άνθρωπος. Ενώ ένας πολύ καλός άνθρωπος θεωρώ ότι είναι βαθειά καλλιτεχνική φύση είτε βρίσκεται στον καλλιτεχνικό χώρο, είτε όχι». Μου αρέσει αυτό που λέει, του το ομολογώ, γιατί είναι ουσία και κίνητρο μαζί.

Τί είναι το πιο ενδιαφέρον που σου έχει μάθει η μέχρι τώρα διαδρομή σου; τον ρωτώ και ήδη ο ήλιος χτυπάει και τους δυό μας στο πρόσωπο. Παραμένουμε ωστόσο στις θέσεις μας, απέναντι-απέναντι, με τα γυαλιά ηλίου να κρύβουν τα μάτια μας αλλά όχι και το βλέμμα μας. Το πιο ενδιαφέρον; επαναλαμβάνει και μένει λιγάκι σκεφτικός. «Να πέφτω και να σηκώνομαι» μου λέει. «Είναι ένας συνεχής αγώνας όλο αυτό για την διαμόρφωση σου ώς άνθρωπος. Και το μεσοδιάστημα από το πάτωμα στο να στηριχτείς στα δύο σου πόδια ποικίλει, άλλωτε είναι μεγαλύτερο και άλλωτε μικρότερο. Εκείνο που προσπαθείς κάθε φορά είναι αυτό το διάστημα να μικραίνει». Και τί σε βοηθάει να το μικραίνεις; «Η πίστη μου στο Θεό, αυτή είναι η μπαταρία μου» μου απαντά και δεν νομίζω ότι χρειάζεται να πούμε πια τίποτα άλλο...