( life is wonderful )

ΑΠΟΨΕ ΔΕΝ ΠΑΩ ΠΟΥΘΕΝΑ

Πέρνα το σχοινί γύρω από τον κορμό, να έτσι, και δέσε το σφικτά, μη βρεθούμε ξαφνικά φαρδιοί πλατιοί και οι δυο μας στο μωσαϊκό. Έλα μη γελάς, εδώ είναι η θέση της αιώρας, τη θέλω μεταξύ αυτών των δύο δέντρων, θα δεις, θα ’ναι τέλεια, για περίμενε τώρα που θα βραδιάσει και θα φορέσουμε τα μακριά μακό μπλουζάκια, θα πάρω δανεικό ένα από τα δικά σου, μ’ αρέσει να τα φοράω μεγάλα να χωράει ο αέρας από παντού, και θα ανάψουμε και εκείνο το φιδάκι για τα κουνούπια και θα την αράξουμε εδώ πέρα στην αυλή, με τα πόδια μας να σμίγουν στην αιώρα και θα κουνιόμαστε πέρα δώθε και μένα θα με πιάσει η γνωστή μου πάρλα, και θα σου διηγούμαι ιστορίες καλοκαιριάτικες και συ θα με κοιτάς με αγωνία για το παρακάτω, με κείνο το ύφος θα με κοιτάς και με τα μάτια ορθάνοιχτα και θα μου χαϊδεύεις απαλά τις πατούσες και γω θα σου λέω «σταμάτα γαργαλιέμαι» και συ θα συνεχίζεις και γω θα τσαντίζομαι που με διακόπτεις, αλλά θα τσαντίζομαι μόνο για ένα δευτερόλεπτο, τόσο θέλω να διαρκούνε πια οι τσαντίλες μου, ένα δευτερόλεπτο, όσο για να σηκωθείς να πάρεις τα σπίρτα και να ανάψεις το τσιγάρο σου, κι ύστερα να μου πεις «για συνέχισε», και γω θα παίρνω ξανά φόρα και θα σου λέω ιστορίες, όλες εκείνες τις ιστορίες που μάζευα χρόνια ταξιδεύοντας τα καλοκαίρια μέσα στα πλοία και μέσα στα τρένα και μέσα στις θάλασσες και πέρα από τους ωκεανούς και κάτω από θυμωμένους και ήρεμους ουρανούς, εκείνες τις ιστορίες, που τις  σημείωνα για μέρες και νύχτες μέσα στα τσαλακωμένα μου σημειωματάρια, που τα είχα συνήθως στην έξω-έξω τσέπη του σακβουαγιάζ, «εσύ και τα σημειωματάριά σου», μου το πετάς πια σαν αστείο κάθε φορά που θες να με τσιγκλήσεις ή κάθε φορά που ανοίγεις την ντουλάπα και τα βρίσκεις όλα στοιβαγμένα, και μου φωνάζεις, ενώ είμαι στο μπάνιο, «τι τα θες ρε μωρό μου ακόμα όλα αυτά;», κι ύστερα μου δίνεις ένα πεταχτό χαστούκι, καθώς τυλίγομαι την πετσέτα, και γω σου λέω πως αν δεν ήτανε αυτά τα σημειωματάρια, μπορεί και να μη σε συναντούσα, «τους χρωστάς που με βρήκες και σε βρήκα», έτσι σου λέω, εσύ χαμογελάς, δεν ξέρω αν καταλαβαίνεις, δεν με νοιάζει όμως, με νοιάζει μόνο που νοιάζεσαι και που αυτό το νοιάξιμο το ’χεις μέσα σου σαν χαρά, αυτό και τίποτα άλλο.

Τράβα καλά το σχοινί να τεντώσει και φτιάξε ένα κόμπο από κείνους τους ναυτικούς, έτσι δεν τους λένε τους περίεργους τους κόμπους, δεν τα ξέρω καλά αυτά, αλλά τα ξέρεις εσύ, και είναι ωραίο ό,τι δεν ξέρω να μου το μαθαίνεις, όπως είναι ωραίο που δεν θες απόψε να πάμε πουθενά, θες μόνο να ρίξουμε νερό στην αυλή μας, για κοίτα πόσο έχουνε μεγαλώσει τα γιασεμιά, μ’ αρέσει που τα προσέχεις τα γιασεμιά, μ’ αρέσει και που θες να φάμε κάτι απέξω, κάτι απλό, να τρώγεται στο χέρι, να ανοίξουμε και μπίρες παγωμένες, να τρέχει ο πάγος απάνω στην ετικέτα και να κάνει θόρυβο ο αφρός, και γω, σου υπόσχομαι, πως μόλις τα βρούμε με τη θέση της αιώρας και τη στερεώσουμε καλά, θα ανάψω τα κεριά, εκείνα που μυρίζουνε βανίλια και θα βάλω να παίζει η Μόνικα, το «Yes I do», «yes I do», θα σου λέω και θα σε τσιμπάω στην κοιλιά και συ θα γελάς γιατί πια δεν φοβάσαι τα yes I do, γιατί ό,τι ήτανε να φοβηθείς το ξόρκισες και συ κάτω από ουρανούς ήρεμους και θυμωμένους, μέσα σε θάλασσες και ωκεανούς, μέσα σε χάρτες ξένους και δικούς σου, και έτσι αφού ξεμπερδέψαμε και οι δύο με τους φόβους μας, μπορούμε πια να φτιάξουμε τον κήπο μας για να καθόμαστε τα βράδια του καλοκαιριού με τα φαρδιά μας πουκάμισα και το φεγγάρι να κάνει κύκλους πάνω από το κεφάλι μας και να διηγούμαστε ιστορίες, από κείνες που τις ζήσαμε σε πλοία και σε τρένα και τις κρατούσαμε χρόνια σαν φυλαχτό, μέχρι να έρθει η μέρα που θα βρίσκαμε ο ένας τον άλλο, ώστε να μοιραστούμε ό, τι μάθαμε τότε που ψάχναμε τον εαυτό μας, τότε που δεν ξέραμε πως τελικά εκείνο που ψάχναμε ήταν ο ένας τον άλλο… Έλα λοιπόν και δέσε γερά το σχοινί, γιατί απόψε δεν θέλω να πάω πουθενά.

(ΥΓ. Γεννήθηκα έναν Απρίλη)