( life is wonderful )

ΑΚΑΡΙΑΙΑ ΥΠΟΣΧΕΣΗ

Πρώτα έφτιαξε μια παγωμένη λεμονάδα και μετά κάθισε απέναντι μου κοιτώντας ταυτόχρονα το ρολόι που ήτανε κρεμασμένο πάνω από το κεφάλι μου, στον τοίχο της κουζίνας . «Έχουμε ώρα ακόμα» μου είπε μετά από μερικά δευτερόλεπτα σιωπής και εννοούσε πώς είχαμε ακόμα ένα μισάωρο μέχρι να φτάσει η νεκροφόρα έξω από το σπίτι. Πήρα τότε τον καπνό μου για να φτιάξω ένα στριφτό τσιγάρο, «η πιο δύσκολη στιγμή είναι εκείνη της ταφής» της είπα, καθώς έβαζα το φιλτράκι στο χαρτί, εκείνη ρούφηξε μια γουλια από την λεμονάδα της και μετά έκανε ένα μορφασμό που σήμαινε πως με τίποτα δεν αντέχει την στιγμή της ταφής, «εγώ σας το λέω από τώρα», μούπε μετά με ύφος επιτακτικό, «πως δεν θέλω να με χώσετε στο χώμα, θα το γράψω κιόλας σε ένα κομμάτι χαρτί να τόχετε και γραπτώς», συνέχισε απτόητη, «πως εμένα με τίποτα στο χώμα». «Και πού θες να σε βάλουμε;» της είπα με πλήρη επίγνωση πως η συζήτηση γινότανε μακάβρια, αλλά και τί πάει να πεί μακάβρια, σε λίγο περιμέναμε μια νεκροφόρα να εμφανιστεί κάτω από το σπίτι, μέσα στην πραγματικότητα ήμασταν λοιπόν, τίποτα πιο πραγματικό από αυτό, ότι όλοι εκεί, στο χώμα θα καταλήξουμε.

«Εμένα να με πετάξετε στην θάλασσα», μου είπε εκείνη, «προτιμώ να με φάνε τα ψάρια παρά τα σκουλίκια» είπε μετά με πιο δυνατή φωνή και χτύπησε ταυτόχρονα το χέρι στο τραπέζι. «Στο υπόσχομαι» της είπα και την ένιωσα να ανακουφίζετε λες και κλείσαμε εκείνη την στιγμή μια συμφωνία που την απάλασσε από την μεγαλύτερη φοβία της. «Πριν κάτι χρόνια», άλλαξε παράγραφο και ύφος, «με πήρε μια μέρα η μάνα μου τηλέφωνο, "αγόρασα τάφο" μου ανακοίνωσε μέσα στην χαρά, τον βρήκε είπε στην καλύτερη τοποθεσία του νεκροταφείου, "να πάμε μια μέρα να στον δείξω", μου πέταξε λίγο πριν κλείσει το τηλέφωνο, "τί λες ρε μάνα;" ήθελα να της πω μα δεν της τόπα μήπως και κόψω την χαρά της, "φρίκαρα σου λέω, το πιστεύεις; Να θέλει να με πάει βόλτα να χαζέψουμε τον ωραίο μας τάφο;» Τα περίγραφε σχεδόν κωμικά, έκανε και τις κατάλληλες γκριμάτσες, λυθήκαμε και οι δύο στο γέλιο, δεν κάνει να γελάμε της είπα και πήρε αμέσως το σοβαρό της. «Θάναι δύσκολη η στιγμή της ταφής», επανέλαβε, επιστρέφοντας στην αρχή της κουβέντας μας και κοίταξε ξανά το ρολόι πάνω στον τοίχο της κουζίνας . «Όπου νάναι η νεκροφόρα θάναι εδώ», της είπα, έγνεψε καταφατικά, έσβησα το τσιγάρο, ήπιε ακόμα μια γουλιά απο την λεμονάδα και βγήκαμε έξω στο μπαλκόνι να περιμένουμε την άφιξη...

Την ώρα της ταφής δεν πλησιάσα στον τάφο. Η φίλη μου δεν ήθελε με τίποτα να τον δεί να κατεβαίνει στο χώμα. Έχωσε το κεφάλι της στο στήθος μου και ύστερα ξέσπασε σε κλάματα. «Εμένα να με πετάξετε στην θάλασσα» μου είπε μέσα από τους λυγμούς της και με αγκάλιασε σφικτά. «Προτιμώ τα ψαράκια», είπε σχεδόν ψυθιριστά, τόπε μάλιστα δύο φορές και ύστερα φύσηξε δυνατά την μύτη της με ένα χρησιμοποιημένο χαρτομάντηλο. «Στο υπόσχομαι» της είπα και εκείνη την στιγμή, έτσι όπως έβλεπα το χώμα να σχηματίζει ένα μικρό βουνό και τους υπόλοιπους να το στολίζουνε με στεφάνια και λουλούδια, εκείνη την στιγμή τόνιωσα πως για τίποτα και για κανένα δεν πρέπει να αθετήσω την υπόσχεση μου. Και εννοώ την υπόσχεση που έδωσα στον εαυτό μου. Πώς ο μόνος τρόπος να μετατρέψω το χώμα σε θάλασσα, είναι να υποσχεθώ στην ζωή πως ό,τι και να γίνει εγώ θα ζήσω την θάλασσα πριν γίνω χώμα...