( life is wonderful )

ΑΓΚΥΡΑ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΑ

Δεν είχα διάθεση να πάρω το μετρό. Ήθελα να περπατήσω στο φως, να διασχίσω την γέφυρα και να αφήσω τα χρώματα να παίζουνε τις μουσικές τους μέσα στ’αυτιά μου. Εκείνος ευθυνότανε. Ένας φίλος δηλαδή που είχα μήνες να δω. «Έλα στις έντεκα» μου είπε, στις έντεκα και κάτι ήμουνα εκεί, έξω από το σπίτι του εργάτες μπογιατίζανε τον τοίχο, προσπέρασα τις σκαλωσιές και χτύπησα το κουδούνι. Μου άνοιξε με το γνωστό του χαμόγελο και ύστερα πήρε το σακάκι του και μούπε να πάμε μια βόλτα στην γειτονιά του, να πιούμε ένα καφέ ή και να φάμε μεσημεριανό. Όσο κόβαμε βόλτες τον ρωτούσα για τα νέα του και πότε πότε τον διέκοπτα για να βγάλω φωτογραφίες τα μικρά βιβλιοπωλεία και τα χαριτωμένα καφέ. Καταλήξαμε σε ένα εστιατόριο που είναι λέει πάντα γεμάτο τα βράδια, το λένε «Άγκυρα και Ελπίδα», και τα δύο μαζί, άγκυρα και ελπίδα, μου φάνηκε παράξενο όνομα λες και προδιέγραφε το περιεχόμενο της κουβέντα μας. Τα παθαίνω κάτι τέτοια, να αναγνωρίζω σημάδια εκεί που ίσως για κάποιον άλλο να μην υπάρχει καμία σημαδεμένη πληροφορία, σπάνια ωστόσο τα ομολογώ, ίσως γιατί αισθάνομαι πως αφορούν τις μυστικές μου συνομιλίες με το ανεξήγητο, με κείνο που έχω μάθει πια να εμπιστεύομαι αλλά δεν ξέρω πως να το μοιραστώ.

Καθίσαμε σε ένα τραπέζι δίπλα στο παράθυρο. «Να φας αρνάκι», μου πρότεινε, «είναι εκπληκτικό», επέμενε, γιατί είναι, είπε, ένα αρνάκι που τρέφεται μόνο με φύκια και έτσι η γεύση του παίρνει μια ψαρένια μυρωδιά. Περίεργος συνδυασμός σκέφτηκα γι’αυτό και δέχτηκα την πρόταση του. Και ύστερα άρχισε να ρωτάει εκείνος για τα νέα μου, πως δηλαδή τα βγάζω πέρα όλους αυτούς τους μήνες, πώς διαχειρίζομαι τις ανατροπές, πώς διαβάζω την γύρω μου πραγματικότητα. «Να πιστεύεις στον εαυτό σου» μου είπε όταν τέλειωσα τις περιγραφές μου. Δεν υπάρχει κανένας άλλος δρόμος, είπε μετά και σοβάρεψε το βλέμμα του, παρα μόνο να εμπιστεύεσαι αυτό που είσαι και να διαχωρίζεις την θέση σου από κείνα που δεν είσαι. Μείναμε λίγο στην σιωπή, δηλαδή δεν ήξερα πως να σχολιάζω την προτροπή του, κοιτούσαμε ο ένας τον άλλον στα μάτια για μερικά λεπτά λες και ήτανε μια μυστική συννενόηση ότι όλα όσα έχουμε ζήσει μέχρι τώρα μας δώσανε τις αποδείξεις πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος για να αντιμετωπίζεις τις ανατροπές και να υπερασπίζεσαι την ζωή σου, παρά μόνο αυτός: Να πιστεύεις σ’αυτό που είσαι.

Και ύστερα θυμήθηκε ένα φίλο του Ινδό. Ήταν σε κείνη την περίοδο, χρόνια πριν, όπου έπαιρνε την απόφαση να ρισκάρει, να διαχωρίσει δηλαδή την θέση του από όλα τα «πρέπει» που του υπαγόρευε μια ασφαλής οδός και από όλες εκείνες τις «οδηγίες» επιβίωσης που η πραγματικότητα τις θεωρούσε εγγύηση για μια εξασφαλισμένη πορεία. Εκείνος τότε τίποτα δεν είχε, είχε μόνο ευχές και όνειρα και τις ιδεες που γεννούσε το μυαλό του. Δεν είχε ούτε χρήματα, ούτε υποστήριξη, είχε μόνο τις φοβίες του κόσμου να τον εμποδίζουν να  περπατήσει κόντρα στον φόβο. Ξύπνησε μια μέρα γεμάτος από εξανθήματα, σε όλο του το κορμί κόκκινα σημάδια, δεν ήξερε τί διάολο τούχε συμβεί και τότε εκείνος ο φίλος από την Ινδία τούπε «να πιστεύεις στον εαυτό σου, σε αυτό που είσαι και θα δεις πως τα σημάδια θα φύγουνε».

Και ύστερα θυμήθηκε εκείνη την γυναίκα. Που μια ξαφνική ανατροπή της άλλαξε όλα της τα δεδομένα. Για δύο χρόνια προσπαθούσε να κρατηθεί στην ζωή. Τα έχασε όλα, δεν είχε τίποτα παρα μόνο τις συχνές επισκέψεις του φίλου μου, ο οποίος παρότι δεν ήτανε κολλητός της της αφιέρωνε ωστόσο πάντα μια ώρα της μέρας του, γιατί είχε επίγνωση πως η ελπίδα χρειάζεται συμμάχους. Είχε δηλαδή μάθει πια πως τα γεγονότα που μας καθορίζουν περισσότερο είναι εκείνα που ξεφεύγουν από τον έλεγχο μας, είναι εκείνα που τα ρίχνει η ζωή μπροστά μας για να δοκιμαστούμε μήπως και συνειδητοποιήσουμε πως για να ρίξεις άγκυρα δεν πρέπει να φοβάσαι τα κύματα ούτε και όταν αυτά είναι τόσο μεγάλα ώστε να κρύβουν τον ορίζοντα.

«Ίσως τελικά πρέπει να ταλαιπωρηθεί ο άνθρωπος για να βγάλει από μέσα του την ομορφιά», μου είπε ο φίλος μου αφότου είχαμε ήδη φάει το ψαρένιο αρνάκι και πίναμε ένα διπλό εσπρέσσο. «Δεν είναι ωστόσο μια θλιβερή διαπίστωση» με ρώτησε και γύρισε το βλέμμα του προς το παράθυρο κοιτώντας τους περαστικούς να διασχίζουν βιαστικά την καθημερινότητα τους. «Γιατί είναι θλιβερή», τον ρώτησα και ταυτόχρονα θυμήθηκα την συνάντηση που είχα πριν από λίγες μέρες, στην άλλη άκρη του κόσμου, με μια άλλη γυναίκα που ήξερε τί πάει να πεί ανατροπή γιατί την είχε ζήσει πολλές φορές στα εβδομήντα της χρόνια, τόσες ώστε να της φαίνεται σχεδόν αστείος ο πανικός που ζούνε σήμερα οι ανθρώποι ισχυριζόμενοι ότι τώρα είναι η πιο δύσκολη εποχή. «Πάντα έτσι ήτανε η ζωή», μου είπε εκείνη η γυναίκα. «Γεμάτη από γεγονότα που δεν μπορεί ο άνθρωπος να ελέγξει γιατί πάντα θα υπάρχει κάτι που θα υπερβαίνει τις προβλέψεις μας και πάντα θα υπάρχει εκείνο που αναιρεί την ψευδή μας πεποίθηση ότι  ήρθαμε για νάμαστε ασφαλείς. Πόσο αστείο είναι να προσπαθείς να προστατευτείς», μου είπε και ύστερα συμπλήρωσε πως αν ψάχνεις προστασία τότε να αρχίσεις να πιστεύεις σε αυτό που είσαι και να το υπερασπίζεσαι. Μόνο έτσι δεν θα σε φοβίζει η ζωή.

Λοιπόν; επανήλθα στο φίλο μου. Γιατί είναι θλιβερή η διαπίστωση, επανάλαβα. «Γιατί μέσα μας έχουμε πολλή ομορφιά», απάντησε, «κι’αντί να την βγάζουμε κάθε μέρα ο ένας στον άλλο την κρύβουμε αφήνοντας την να φανερωθεί μόνο όταν τσαλακωθούμε. Μόνο όταν κοπούν όλα τα σχοινιά που δέσαμε την άγκυρα μας και συνειδητοποιήσουμε πως μόνο η ομορφιά μέσα μας είναι το πιο γερό μας σχοινί».

Τον αποχαιρέτησα με μια σφικτή αγκαλιά. Του είπα πως θα πάρω το μετρό για την επιστροφή μου αλλά τελικά δεν το πήρα. Προτίμησα να περπατήσω στο φως. Να διασχίσω την γέφυρα. Και να αφήσω τα χρώματα να παίζουνε τις μουσικές τους μέσα στ’αυτιά μου.